Τα ξημερώματα της Τρίτης 16 Ιουνίου, με χειροπέδες στα χέρια και υπό ισχυρή αστυνομική συνοδεία, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος οδηγήθηκε πίσω στις φυλακές Κορυδαλλού.
Μόλις είκοσι έξι μέρες νωρίτερα, στις 21 Μαΐου 2026, ύστερα από 24 χρόνια εγκλεισμού, είχε αποφυλακιστεί με περιοριστικούς όρους.
Στο ενδιάμεσο, η Ελλάδα έζησε ένα από τα πιο αποκαλυπτικά πολιτικά θεάματα των τελευταίων ετών – όχι εξαιτίας του ίδιου του Γιωτόπουλου, αλλά εξαιτίας του τρόπου που αντέδρασε σχεδόν κάθε πολιτικός χώρος στη χώρα, εκτός από την κυβέρνηση που τήρησε την πάγια στάση της ουδετερότητας έναντι των αποφάσεων της Δικαιοσύνης.
Ολα αυτά την ώρα που σχεδόν από το σύνολο της αντιπολίτευσης –άλλοτε ευθέως και άλλοτε με δήθεν αθώους υπαινιγμούς– η Δικαιοσύνη κρίνεται με περισσή υποκρισία, α λα καρτ δηλαδή, ανάλογα με το ακροατήριο που φαινομενικά εξυπηρετούν οι αποφάσεις της.
Το νομικό ζήτημα της επιστροφής του στις φυλακές ήταν, στην ουσία του, ξεκάθαρο. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά είχε εφαρμόσει το παλαιότερο νομοθετικό καθεστώς, που επέτρεπε την υφ’ όρον απόλυση μετά από 19 χρόνια πραγματικής έκτισης. Ο αντεισαγγελέας Σοφοκλής Λογοθέτης έκρινε ότι η απόφαση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, καθώς ο νόμος 4855/2021 προβλέπει 25 έτη πραγματικής έκτισης για πολυισοβίτες. Ο Αρειος Πάγος τον δικαίωσε. Θεωρητικά το θέμα δεν θα έπρεπε να είχε συνέχεια. Η απόφαση του Αρείου Πάγου σημαίνει ότι εφόσον ο Γιωτόπουλος δεν έχει συμπληρώσει τα χρόνια που προβλέπει η νομοθεσία θα πρέπει να επιστρέψει.
Το μεγαλύτερο ερώτημα περί της ειλικρινούς ή όχι στάσης τίθεται για τα κόμματα της Αριστεράς, και ιδιαίτερα για τον ΣΥΡΙΖΑ –ή ό,τι έχει απομείνει από αυτόν. Εκεί εντοπίστηκε και μία από τις ηχηρές αντιδράσεις για την επαναφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, με βουλευτή που επέμεινε να υπερασπίζεται την αποφυλάκιση, προκαλώντας νέες αντιδράσεις με δηλώσεις και επιθέσεις σε όσους διαφωνούν.
Το ΠΑΣΟΚ, επισήμως τουλάχιστον, κράτησε ουδέτερη θέση, ό,τι είχε κάνει και με την πρώτη απόφαση για την αποφυλάκιση του Γιωτόπουλου, κάτι που είχε ερμηνευτεί και ως μια ασφαλής τήρηση αποστάσεων του κόμματος που τότε είχε ακόμα τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πριν από την επίσημη εμφάνιση της ΕΛΑΣ του Αλ. Τσίπρα. Και σε αυτήν την απόφαση για την εκ νέου φυλάκιση του Αλ. Γιωτόπουλου, στελέχη του είπαν στο «Μανιφέστο»: «Υποστηρίζουμε αυτό που λέγαμε από την αρχή, ο Αρειος Πάγος έχει το δικαίωμα και την αρμοδιότητα να αποφασίσει για την αναίρεση της απόφασης για την αποφυλάκισή του, μόνο η Δικαιοσύνη μπορεί να αποφασίσει ή και να αναιρέσει τις αρχικές της αποφάσεις».
Στην ηθική διάσταση της αποφυλάκισης του Αλ. Γιωτόπουλου αναφέρθηκε η Ντόρα Μπακογιάννη με δηλώσεις της χθες το πρωί στην τηλεόραση του ΣΚΑΙ (Οικονόμου - Παυλόπουλος): «Το θέμα της τρομοκρατίας στην Ελλάδα έχει κριθεί και από τον ελληνικό λαό και από την ελληνική Δικαιοσύνη. Τέτοιου είδους ζητήματα, όταν επανέρχονται, απλώς ξανανοίγουν μια συζήτηση που κατά τη γνώμη μου δεν βοηθά κανέναν», είπε, ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε: «Σκέφτηκα ότι δεν θα είναι πάρα πολύ ωραίο να συναντήσει τα παιδιά μου κάποια στιγμή στον δρόμο ο Γιωτόπουλος. Είναι δύσκολα τα πράγματα».
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, ή «Λάμπρος» ή «Μιχάλης Οικονόμου» ή «Γιατρόπουλος», καταδικάστηκε για ηθική αυτουργία σε 17 δολοφονίες, με ποινή 17 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη. Ουδέποτε παραδέχθηκε τη συμμετοχή του, ουδέποτε δήλωσε μεταμέλεια –στοιχείο που πιθανώς ήταν ικανό, σύμφωνα με τη νομοθεσία, να οδηγήσει σε ευμενή αντιμετώπιση. Τουλάχιστον επτά κατηγορούμενοι στη δίκη της 17Ν τον είχαν υποδείξει ως την ηγετική περσόνα της οργάνωσης που έπαιρνε τις αποφάσεις για τις δολοφονίες και τις άλλες ενέργειες.
Η αρχική πρωτόδικη απόφαση ήταν 21 φορές ισόβια, αλλά στο Εφετείο η ποινή μειώθηκε σε 17 φορές ισόβια – χωρίς αυτό να αλλάζει την ουσία της καταδίκης. Η αρχική απόφαση αποφυλάκισης είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τον πολιτικό κόσμο και τους συγγενείς των θυμάτων της «17 Νοέμβρη».
Η ανατροπή της χαιρετίστηκε ως μια εξέλιξη που αποκαθιστά το κοινό περί δικαίου αίσθημα, καθώς τα θύματα θεωρούσαν αδιανόητο να κυκλοφορεί ελεύθερος ο καταδικασμένος ως αρχηγός της τρομοκρατικής οργάνωσης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εκφράσει δημοσίως τη βαθιά τους απογοήτευση μέσω του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, χαρακτηρίζοντας τον Γιωτόπουλο εγκέφαλο δολοφονιών Αμερικανών αξιωματούχων. Αντίστοιχες έντονες αντιδράσεις υπήρξαν και από την Τουρκία, καθώς η 17Ν είχε δολοφονήσει και Τούρκους διπλωμάτες.
Η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων αντέδρασε επικριτικά απέναντι στις δημόσιες παρεμβάσεις της αμερικανικής πρεσβείας, τονίζοντας την ανάγκη σεβασμού της ανεξαρτησίας της ελληνικής Δικαιοσύνης.