Ο υφυπουργός Ανάπτυξης έθεσε το όραμα για την Ελλάδα του 2030 ως κεντρικό πυλώνα της κυβερνητικής στρατηγικής, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας νέας προεκλογικής περιόδου.
Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος», ο Σταύρος Καλαφάτης προσδιόρισε το επερχόμενο Συνέδριο του κόμματος ως την αφετηρία για ένα νέο, δυναμικό ξεκίνημα με ορίζοντα τις κάλπες του 2027.
Ο βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης τόνισε ότι ο κεντρικός σχεδιασμός εστιάζει στον μετασχηματισμό της χώρας έως το 2030, επιδιώκοντας να εμπνεύσει τους πολίτες με ένα συνεκτικό και νικηφόρο όραμα.
Σύμφωνα με τον κ. Καλαφάτη, η συστράτευση των στελεχών και η ανάδειξη των προτεραιοτήτων για την επόμενη δεκαετία αποτελούν τα εχέγγυα για τη διατήρηση της πολιτικής κυριαρχίας της παράταξης και την επιτυχή αντιμετώπιση των μελλοντικών προκλήσεων.
Η συνέντευξη του Σταύρου Καλαφάτη στον «Ελεύθερο Τύπο»:
Ποιο πιστεύετε ότι είναι το πιο ισχυρό μήνυμα που θα πρέπει να εκπέμψει το Συνέδριο της Ν.Δ.;
Το πιο ισχυρό μήνυμα που πρέπει να εκπέμψει είναι ότι η χώρα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα, συνέπεια και τόλμη στις μεγάλες αλλαγές. Σε μια περίοδο διεθνών αναταράξεων και αβεβαιότητας, η πατρίδα μας δεν μπορεί να επιστρέψει ούτε στον λαϊκισμό ούτε στην ακινησία. Ταυτόχρονα, το Συνέδριό μας, με κεντρικό άξονα το όραμα για την Ελλάδα του 2030, αποτελεί την αρχή για ένα νέο νικηφόρο ξεκίνημα που μας οδηγεί στις επόμενες εκλογές το 2027. Η πολιτική συνέχεια με οδηγό τον πρωθυπουργό και πρόεδρό μας, Κυριάκο Μητσοτάκη, αποτελεί εγγύηση για σταθερή ανάπτυξη και κοινωνική πρόοδο. Συνεχίζουμε μπροστά, με σχέδιο, σοβαρότητα και αποτελεσματικότητα.
Πόσο σας προβληματίζει ότι τα αναμφίβολα επιτεύγματα της κυβέρνησης μπορεί να «σκιαστούν» από τη συντονισμένη επίθεση σκανδαλολογίας της αντιπολίτευσης;
Η απάντηση στη σκανδαλολογία δεν μπορεί να είναι ούτε οι κραυγές ούτε η τοξικότητα. Είναι η συνέχιση του έργου μας με απτά αποτελέσματα στην καθημερινότητα του πολίτη. Οσο η κυβέρνηση λύνει προβλήματα τόσο αποδυναμώνεται η προσπάθεια δημιουργίας τεχνητού κλίματος. Οι πολίτες αξιολογούν συνολικά την ανάπτυξη της οικονομίας, τη μείωση της ανεργίας, την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας, τις επενδύσεις, την ψηφιοποίηση του κράτους.
Η Ν.Δ. προχώρησε σε ένα πλέγμα δομικών προτάσεων Αναθεώρησης του Συντάγματος. Η αντιπολίτευση έχει περιχαρακωθεί στο «όχι σε όλα». Μήπως η περίοδος αυτή δεν ενδείκνυται για να εκκινήσει μια διαδικασία που απαιτεί συναινέσεις;
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα πιο σύγχρονο και λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο, που θα απαντά στις προκλήσεις της νέας εποχής. Οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις απαιτούν πολιτικό θάρρος και όχι μικροκομματικούς υπολογισμούς. Η Ν.Δ. έχει καταθέσει ουσιαστικές και θαρραλέες προτάσεις, από την ενίσχυση της αξιολόγησης στο Δημόσιο μέχρι την αναθεώρηση του άρθρου 16 και την περαιτέρω θεσμική θωράκιση της χώρας. Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν είναι μια συγκυριακή πολιτική διαδικασία, αλλά μια εθνική ανάγκη με ορίζοντα δεκαετιών. Αν η αντιπολίτευση επιλέγει το «όχι σε όλα», αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παγώσει η συζήτηση. Αντίθετα, είναι ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων να τοποθετηθούν με σοβαρότητα απέναντι σε αλλαγές που μπορούν να απελευθερώσουν τις δυνατότητες της χώρας.