Υπήρξε μια εποχή, όχι και τόσο μακρινή, που τα πρωτοσέλιδα δεν ενημέρωναν, καταδίκαζαν.

Ονόματα πολιτικών φιγουράριζαν σαν τρόπαια. Υπονοούμενα βαφτίζονταν «αποκαλύψεις». Η υπόθεση Novartis μετατράπηκε σε εργαλείο πολιτικής εξόντωσης και μέρος της έντυπης δημοσιογραφίας έπαιξε τον ρόλο του εκτελεστή με γραβάτα. Τότε, κανείς δεν ρωτούσε για αποδείξεις. Τώρα που οι εξελίξεις φωτίζουν όσα τότε θάφτηκαν, το χαρτί τρίζει από αμηχανία.

Από τις αρχές του έτους και μετά, δικαστικές και θεσμικές κινήσεις επιβεβαιώνουν κάτι που οι ψύχραιμοι έλεγαν από την αρχή. Η υπόθεση, όπως παρουσιάστηκε, δεν πατούσε σε στέρεο έδαφος. Αρχειοθετήσεις, κρίσεις για τους «μάρτυρες», θεσμικές επισημάνσεις. Δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι ο πυρήνας. Κι όμως, για ένα κομμάτι του Τύπου αυτά χωράνε σε ένα μονόστηλο, αν χωράνε. Γιατί αν γραφτούν όπως πρέπει, καταρρέει το αφήγημα μιας ολόκληρης περιόδου.

Από την υπερβολή στην εξαφάνιση

Η μετάβαση είναι εντυπωσιακή. Από το «σκάνδαλο του αιώνα» στην αφωνία. Από το καθημερινό σφυροκόπημα στην απολύτως επιλεκτική μνήμη. Τότε οι εφημερίδες μοίραζαν την ενοχή σαν φέιγ βολάν. Σήμερα, που η πραγματικότητα δεν βολεύει, κάνουν πως δεν βλέπουν. Αυτό δεν λέγεται απλώς μεροληψία. Λέγεται ευθύνη που δεν αναλαμβάνεται.

Υπάρχει κάτι πιο ενοχλητικό από το λάθος: Η άρνηση να το παραδεχτείς. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για μια αστοχία. Μιλάμε για συνειδητή επιλογή. Για άρθρα γραμμένα με προειλημμένες αποφάσεις. Για τηλεοπτικά πάνελ που έστηναν λαϊκά δικαστήρια. Και τώρα, αντί για μια στοιχειώδη αυτοκριτική, έχουμε σιωπή. Σαν να ελπίζουν ότι ο χρόνος θα σβήσει τις υπογραφές. Δεν θα τις σβήσει.

Το πιο ειρωνικό είναι πως οι ίδιοι που μιλούσαν τότε για «κάθαρση» και «ηθικό πλεονέκτημα», σήμερα προσπερνούν το κράτος δικαίου όταν δεν τους συμφέρει. Το κράτος δικαίου όμως δεν είναι μενού. Δεν διαλέγεις τι σου αρέσει. Αν πιστεύεις στη Δικαιοσύνη, τη σέβεσαι όταν αποφασίζει ακόμα και αντίθετα από τις πολιτικές σου επιθυμίες. Αν όχι, καλύτερα να λείπουν τα μεγάλα λόγια.

Ας το πούμε καθαρά. Η εργαλειοποίηση της υπόθεσης δεν έγινε στο κενό. Υπήρξαν πολιτικοί στόχοι και πρόθυμοι διακινητές. Μέσα ενημέρωσης που λειτούργησαν ως πολλαπλασιαστές μιας γραμμής. Σήμερα, που η γραμμή αυτή ξεφτίζει, η σιωπή τους είναι ομολογία. Όχι νομική. Ηθική.

Ο εισαγγελέας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών πρότεινε την ενοχή των δύο κατηγορουμένων, Φιλίστορος Δεστεμπασίδη και Μαρίας Μαραγγέλη, για τα αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της ψευδούς καταμήνυσης. Για το «Μανιφέστο» και άλλα έγκυρα Μέσα ήταν τοπ είδηση. Για άλλους ήταν απλώς… Πέμπτη!

Η κοινωνία όμως θυμάται

Μπορεί να μην πουλάει πια. Μπορεί να μη χωράει σε τίτλους- clickbait. Αλλά η κοινωνία θυμάται. Θυμάται ποιοι φώναζαν πιο δυνατά και ποιοι τώρα κρύβονται. Θυμάται ποιοι κρεμούσαν στα μανταλάκια και ποιοι σήμερα αποφεύγουν ακόμα και μια λέξη. Και κάποια στιγμή, αυτή η μνήμη επιστρέφει. Όχι εκδικητικά. Διδακτικά. Γιατί αν κάτι αξίζει να σωθεί απ’ όλη αυτή την ιστορία, είναι ένα απλό μάθημα. Η δημοσιογραφία ή είναι δημοσιογραφία ή δεν είναι τίποτα. Και το χαρτί, όσο κι αν κιτρινίσει, δεν ξεχνά τι έγραψε.

Η εισαγγελέας άφησε σαφείς αιχμές για όσους, όπως είπε, «σαν κοράκια» εκμεταλλεύτηκαν την υπόθεση, υπογραμμίζοντας ότι «εδώ ήταν πίσω η δικαστική έρευνα και πολύ μπροστά η δημοσιοποίηση στοιχείων», γεγονός που –κατά την ίδια– έπληξε το κύρος και την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης. Την άκουσε κανείς; Λίγοι.