ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ επιτίθενται στην κυβέρνηση για ακρίβεια και εξωτερική πολιτική, αλλά αδυνατούν να παρουσιάσουν πειστική εναλλακτική πρόταση.

Για ακόμη μία φορά, η αντιπολίτευση έδειξε να λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός καταγγελιών παρά ως δύναμη κυβερνητικής εναλλακτικής. Οι δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη μετά τη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες προκάλεσαν έναν νέο γύρο αντιδράσεων από ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ, με κοινό παρονομαστή την απόπειρα αμφισβήτησης της κυβερνητικής πολιτικής σε οικονομία, εξωτερική πολιτική και εθνικά ζητήματα. Ωστόσο, πίσω από τις βαρύγδουπες ανακοινώσεις και τις γνώριμες καταγγελίες, αναδεικνύεται ξανά το βασικό πρόβλημα της αντιπολίτευσης: η αδυναμία να διατυπώσει ένα συνεκτικό, εφαρμόσιμο και αξιόπιστο σχέδιο διακυβέρνησης απέναντι σε μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να καθορίζει την πολιτική ατζέντα.

Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο της συγκυρίας είναι ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης εμφανίζονται εγκλωβισμένα σε μια στρατηγική διαρκούς άρνησης. Είτε πρόκειται για την οικονομία, είτε για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, είτε για τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η κριτική τους εξαντλείται συχνά στην καταγγελία της κυβέρνησης, χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένες και ρεαλιστικές προτάσεις. Έτσι, αντί να αναδεικνύουν μια πειστική εναλλακτική πορεία για τη χώρα, δίνουν την εικόνα πολιτικών δυνάμεων που επενδύουν στην αμφισβήτηση για την αμφισβήτηση.

Κυβέρνηση με ευρωπαϊκή παρουσία, αντιπολίτευση με μόνιμη γκρίνια

Η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ στις δηλώσεις του πρωθυπουργού κινήθηκε για ακόμη μία φορά στη λογική της ισοπεδωτικής κριτικής. Η Χαριλάου Τρικούπη επιχείρησε να αποδομήσει την κυβερνητική επιχειρηματολογία για την ακρίβεια, ενώ παράλληλα κατηγόρησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι δεν έθεσε με τον τρόπο που θα ήθελε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης τα ζητήματα που αφορούν την Τουρκία. Πρόκειται, ωστόσο, για μια γνώριμη τακτική που χαρακτηρίζει ολοένα και περισσότερο το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη: διαρκής κριτική, αλλά ελάχιστες απαντήσεις για το πώς θα διαχειριζόταν το ίδιο τα ίδια ζητήματα εάν βρισκόταν στη διακυβέρνηση της χώρας.

Την ίδια στιγμή, το ΚΚΕ παρέμεινε πιστό στη διαχρονική του πολιτική γραμμή, καταγγέλλοντας σχεδόν κάθε κυβερνητική πρωτοβουλία ανεξαρτήτως περιεχομένου. Από τη στάση της Ελλάδας στον πόλεμο της Ουκρανίας μέχρι τις κινήσεις που αφορούν την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών στα Στενά του Ορμούζ, ο Περισσός επιλέγει σταθερά τον δρόμο της καταγγελίας, ακόμη κι όταν οι διεθνείς εξελίξεις επιβάλλουν σύνθετες και υπεύθυνες αποφάσεις.

Η αντιπολίτευση αναζητά αφήγημα

Το πρόβλημα για τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν είναι μόνο πολιτικό αλλά και στρατηγικό. Ενώ η κυβέρνηση εμφανίζεται να διαχειρίζεται ταυτόχρονα οικονομικές, ενεργειακές και γεωπολιτικές προκλήσεις σε ένα ιδιαίτερα ασταθές διεθνές περιβάλλον, οι αντίπαλοί της δυσκολεύονται να αρθρώσουν έναν ενιαίο και πειστικό λόγο. Το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον αντιπολιτευτικό λαϊκισμό και την εικόνα του υπεύθυνου ευρωπαϊκού κόμματος, ενώ το ΚΚΕ συνεχίζει να αντιμετωπίζει κάθε διεθνή εξέλιξη μέσα από ένα αυστηρά ιδεολογικό πρίσμα.

Αποτέλεσμα είναι να κυριαρχεί η εντύπωση ότι η αντιπολίτευση περισσότερο αναζητά αφορμές πολιτικής σύγκρουσης παρά επεξεργάζεται λύσεις για τα προβλήματα της κοινωνίας. Και όσο αυτό συμβαίνει, τόσο η κυβέρνηση διατηρεί το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας των κινήσεων, αφήνοντας τους πολιτικούς της αντιπάλους να ακολουθούν τις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνουν.

Οι αντιδράσεις μετά τη Σύνοδο Κορυφής ανέδειξαν για ακόμη μία φορά το βαθύτερο αδιέξοδο της αντιπολίτευσης. Αντί να παρουσιάσει μια συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση για την οικονομία, την ακρίβεια και τα εθνικά ζητήματα, επέλεξε τον εύκολο δρόμο της καταγγελίας και της πολιτικής υπερβολής. Όμως οι πολίτες, σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας και γεωπολιτικών αναταράξεων, δεν αναζητούν μόνο επικριτές της κυβέρνησης. Αναζητούν κυρίως αξιόπιστες λύσεις. Και σε αυτό το πεδίο, η αντιπολίτευση εξακολουθεί να δείχνει ότι βρίσκεται αρκετά πίσω από τις απαιτήσεις της εποχής.