Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εγκαινίασε νέο κύμα δασμών σε βάρος 60 εμπορικών εταίρων, μεταξύ των οποίων η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς.
Οι νέοι δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τα ξημερώματα της Παρασκευής, κυμαίνονται από 10% έως 12,5%, αντικαθιστώντας τον προσωρινό βασικό δασμό 10% που είχε λήξει στις 24 Ιουλίου.
Σε αντίθεση με την έντονη αναταραχή που είχαν προκαλέσει οι δασμοί της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης» το 2025, η αντίδραση των αγορών ήταν μέχρι στιγμής συγκρατημένη, καθώς οι επενδυτές είχαν ήδη προεξοφλήσει τις εξελίξεις.
Ωστόσο, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι συνθήκες είναι πλέον πολύ διαφορετικές. Η νέα εμπορική πολιτική εφαρμόζεται ενώ συνεχίζεται η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι τιμές του πετρελαίου έχουν επανέλθει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες αντιμετωπίζουν νέες πιέσεις.
Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος αξιοποιεί διαφορετική νομική βάση για την επιβολή των δασμών. Μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που έκρινε παράνομους τους προηγούμενους δασμούς, η κυβέρνηση Τραμπ στηρίζεται πλέον στο Άρθρο 301 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974, επικαλούμενη καταγγελίες για πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας.
Οι νέοι δασμοί αφορούν σχεδόν το 99,4% των αμερικανικών εισαγωγών, με συντελεστή 10% για χώρες που έχουν υιοθετήσει ή δεσμευτεί να εφαρμόσουν σχετικές απαγορεύσεις και 12,5% για όσες δεν το έχουν πράξει.
Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η νέα προσέγγιση δείχνει πως η κυβέρνηση επιδιώκει να μετατρέψει τους δασμούς σε μόνιμο στοιχείο της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής και όχι απλώς σε διαπραγματευτικό εργαλείο. Εάν επιβεβαιωθεί αυτό το σενάριο, οι επενδυτές ενδέχεται να αρχίσουν να αντιμετωπίζουν τους δασμούς ως έναν διαρκή παράγοντα επιβράδυνσης της παγκόσμιας ανάπτυξης.
Το ενδιαφέρον των αγορών στρέφεται πλέον στην επόμενη συνεδρίαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed). Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου έχει αναζωπυρώσει τα σενάρια για πιθανή αύξηση των επιτοκίων αργότερα μέσα στο έτος, εξέλιξη που θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τις πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία.