Λαϊκιστές, που συνήθως προέρχονται από τον ίδιο πολιτικό χώρο, σπεύδουν να «καπηλευτούν» τον πόνο συγγενών σε κάθε μεγάλη τραγωδία.
Ένα γνώριμο –και πολιτικά αποκαλυπτικό– μοτίβο επιβεβαιώνεται σχεδόν κάθε φορά που η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μεγάλη τραγωδία.
Από το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη μέχρι κάθε σοβαρό εργατικό ατύχημα ή φυσική καταστροφή, η ακολουθία είναι σχεδόν πάντα ίδια και από τους ίδιους ανθρώπους. Λαϊκιστές, που συνήθως προέρχονται από τον ίδιο πολιτικό χώρο, σπεύδουν να «καπηλευτούν» τον πόνο συγγενών και εν τέλει να στήσουν καριέρες πάνω σε μνήματα.
Η εργαλειοποίηση από τα λεγόμενα «πολιτικά κοράκια» –όπως τα αποκαλούν ορισμένοι– λειτουργεί ως η καύσιμη ύλη, ώστε οι πολίτες να στραφούν κατά οποιασδήποτε κυβέρνησης, η οποία δήθεν επιθυμεί τη συγκάλυψη. Η κατηγορία της «συγκάλυψης», όπως συνεχίζει να εκφράζεται στο δυστύχημα των Τεμπών, δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα έρευνας, αλλά εκτοξεύεται εξαρχής, σχεδόν αντανακλαστικά, προκειμένου να ορίσει το πλαίσιο της συζήτησης.
Πριν ακόμη υπάρξουν πορίσματα, πριν μιλήσουν οι αρμόδιες αρχές, πριν αποσαφηνιστούν τα πραγματικά δεδομένα, προτού η Δικαιοσύνη αποφασίσει, έχει ήδη στηθεί ένα πολιτικό αφήγημα που δεν αναζητεί απαντήσεις, αλλά επιδιώκει τη δημιουργία εντυπώσεων. Και σε αυτό το αφήγημα, καθετί που δεν το επιβεβαιώνει βαφτίζεται ύποπτο. Κυρίαρχο, δε, ρόλο παίζουν τα social media, όπου ανώνυμοι λογαριασμοί αφήνουν υπόνοιες για να μεταπηδήσουν στη συνέχεια στο Κοινοβούλιο και από το βήμα αυτού να γίνουν δι’ επισήμων χειλέων καταγγελίες.
Η πρακτική αυτή μόνο τυχαία δεν είναι, αλλά λαμβάνει σαφείς πολιτικές προεκτάσεις, με πρωταγωνιστές σχεδόν πάντα τα ίδια πρόσωπα και τις ίδιες «σχολές σκέψης». Επί της ουσίας, πρόκειται για μια επαναλαμβανόμενη τακτική που επενδύει συνειδητά στη συναισθηματική φόρτιση και χειραγώγηση της κοινωνίας.
Στόχος, μάλιστα, όλων όσοι επενδύουν σε μια τέτοια στρατηγική είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο η δημόσια συζήτηση δεν καθορίζεται από τα γεγονότα, αλλά από την ερμηνεία που επιβάλλεται πρώτη. Και όταν αυτή η ερμηνεία παγιωθεί, κάθε αντίθετο στοιχείο αντιμετωπίζεται όχι ως μέρος της αλήθειας, αλλά ως απειλή που πρέπει να απαξιωθεί.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η στάση απέναντι στους θεσμούς. Ανεξάρτητες αρχές, ελεγκτικοί μηχανισμοί, ακόμη και ευρωπαϊκοί οργανισμοί (!) τίθενται υπό αμφισβήτηση τη στιγμή που τα στοιχεία τους δεν ευθυγραμμίζονται με το κυρίαρχο αφήγημα της καταγγελίας.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν η πολιτική αυτή πρακτική διαχέεται και ενισχύεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί, η πληροφορία διακινείται χωρίς φίλτρα, η υπερβολή γίνεται… κανονικότητα και η καχυποψία παρουσιάζεται ως «εναλλακτική αλήθεια». Οι πιο ακραίες εκδοχές ενός γεγονότος αποκτούν μεγαλύτερη απήχηση από τα πραγματικά δεδομένα, δημιουργώντας μια παράλληλη πραγματικότητα που δύσκολα ανατρέπεται, ακόμη και όταν διαψεύδεται.
Κάπως έτσι, η τραγωδία παύει να είναι αφορμή για ουσιαστικό προβληματισμό και μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικής εκμετάλλευσης. Η συζήτηση απομακρύνεται από την ανάγκη για πρόληψη και βελτίωση και δυστυχώς εγκλωβίζεται σε έναν κύκλο αλληλοκατηγοριών, όπου το ζητούμενο δεν είναι το «πώς δεν θα ξανασυμβεί», αλλά το «ποιος θα χρεωθεί το περισσότερο πολιτικό κόστος». Και μέσα σε όλα αυτά, οι νεκροί μετατρέπονται σε αριθμούς, σε επιχειρήματα, σε εργαλεία.
Τέτοιου είδους φαινόμενα καταγράφηκαν σε αρκετές τραγικές υποθέσεις, όπου η πολιτική διάσταση προηγήθηκε της ουσιαστικής διερεύνησης. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της κακοκαιρία Daniel, όπου πριν ακόμη αποτυπωθεί το εύρος των καταστροφών και αξιολογηθούν επιχειρησιακά τα δεδομένα, είχε ήδη διαμορφωθεί ένα κλίμα απόδοσης ευθυνών με όρους πολιτικής αντιπαράθεσης, συχνά με αποσπασματικά στοιχεία και γενικεύσεις.
Αντίστοιχη περίπτωση ήταν και οι πυρκαγιές στον Έβρο το καλοκαίρι του 2023, όπου η συζήτηση μετακινήθηκε πολύ γρήγορα από το επιχειρησιακό σκέλος και τα πραγματικά αίτια σε ένα πεδίο καταγγελιών και αλληλοκατηγοριών, με πληροφορίες που διακινούνταν χωρίς επιβεβαίωση, αλλά απέκτησαν μεγάλη απήχηση.
Καθώς επίσης και μετά το ναυάγιο της Πύλου, όπου μέσα σε λίγες ώρες από το τραγικό γεγονός διατυπώθηκαν κατηγορίες και βεβαιότητες για τις συνθήκες του συμβάντος, πολύ πριν υπάρξει πλήρης εικόνα από τις αρμόδιες αρχές. Και βέβαια η μικρή Μαρία, η οποία είχε αφήσει την τελευταία της πνοή στον Έβρο…
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το κοινό στοιχείο είναι η ιλιγγιώδης ταχύτητα με την οποία η τραγωδία μετατρέπεται σε πολιτικό γεγονός. Και δυστυχώς, όσο αυτό το μοτίβο επαναλαμβάνεται, τόσο παγιώνεται μια πολιτική κουλτούρα που δεν αναζητεί απαντήσεις, αλλά επενδύει συστηματικά στην καχυποψία, προς όφελος συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων.
