Σε καθεστώς αυξημένης επιφυλακής βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απέναντι στις εξελίξεις του πολέμου στο Ιράν, οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν βασικούς δείκτες της ευρωζώνης.
Η ένταση κλιμακώνεται μετά τους βομβαρδισμούς σε ενεργειακές υποδομές στην περιοχή του Κόλπου, οδηγώντας σε απότομη άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, επιβαρύνοντας άμεσα τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά.
Το επιτελείο της ΕΚΤ, σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, επιλέγει προς το παρόν στάση αναμονής. Στόχος είναι να αξιολογηθούν μέσα στους επόμενους μήνες η διάρκεια, η ένταση και η έκταση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Αυτοί οι παράγοντες θα καθορίσουν και το μέγεθος των επιπτώσεων στην οικονομία. Το βασικό σενάριο προβλέπει ότι έως τον Ιούνιο θα υπάρχει σαφέστερη εικόνα. Τότε η ΕΚΤ αναμένεται να επανεξετάσει την πολιτική της και να αποφασίσει εάν θα προχωρήσει σε αύξηση του βασικού επιτοκίου πάνω από το 2%, λαμβάνοντας υπόψη την εύθραυστη οικονομική ανάπτυξη.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος αυτή τη στιγμή είναι η άνοδος του πληθωρισμού. Όπως τόνισε η επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, οι πληθωριστικοί κίνδυνοι είναι αυξημένοι, ιδιαίτερα βραχυπρόθεσμα. Μια παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη αύξηση των τιμών ενέργειας, ενισχύοντας περαιτέρω τον πληθωρισμό δημιουργώντας ένα «ντόμινο» ανατιμήσεων. Παρά τις πιέσεις, η ΕΚΤ αποφεύγει προς ώρας άμεσες παρεμβάσεις, ώστε να μην υπάρξει υπεραντίδραση που θα μπορούσε να πλήξει την οικονομία αν η κρίση αποδειχθεί βραχύβια.
Σε κάθε περίπτωση, εκτιμάται ότι το 2026 θα χαρακτηριστεί από χαμηλότερη ανάπτυξη και υψηλότερο πληθωρισμό σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις. Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της ΕΚΤ, το ΑΕΠ της ευρωζώνης αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,9% (από 1,2%), ενώ ο πληθωρισμός θα φτάσει το 2,6% (από 1,9%). Ωστόσο, οι εκτιμήσεις αυτές παραμένουν ρευστές και εξαρτώνται από τις εξελίξεις στις αγορές εμπορευμάτων, την κατάσταση της εφοδιαστικής αλυσίδας, αλλά και τη διάρκεια του αποκλεισμού στα στενά του Ορμούζ.
Η σημαντικότερη άμεση απειλή αφορά τις τιμές ενέργειας. Το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ έχει ήδη εκτοξεύσει τις τιμές πάνω από τα 110 δολάρια ανά βαρέλι. Όσο παρατείνεται ο αποκλεισμός, τόσο εντείνονται οι πιέσεις στις αγορές.
Ο δεύτερος βασικός κίνδυνος σχετίζεται με τη ναυτιλία. Η σύγκρουση έχει αυξήσει το κόστος μεταφοράς και τους χρόνους παράδοσης, ιδιαίτερα στη διαδρομή Ασία–Ευρώπη μέσω Σουέζ, από την οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η ευρωπαϊκή οικονομία.
Τρίτος σημαντικός παράγοντας είναι η έντονη αβεβαιότητα. Οι εξελίξεις οδηγούν επιχειρήσεις και καταναλωτές σε αναβολή αποφάσεων για επενδύσεις και κατανάλωση, επιβαρύνοντας περαιτέρω την ήδη εύθραυστη οικονομική δραστηριότητα στην ευρωζώνη.