Στη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε κάτι ασυνήθιστο για τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα: ακύρωσε ένα σύνθημα που τον ευνοεί.

Δήλωσε καθαρά ότι δεν τον εκφράζει το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος» και ότι στις εκλογές του 2027 δεν θα ζητήσει ψήφο φόβου, αλλά ψήφο σύγκρισης. Μια σύγκριση, μάλιστα, όχι αφηρημένη. Μια σύγκριση με ονοματεπώνυμο. Ανδρουλάκης, Κωνσταντοπούλου, Βελόπουλος. Εκεί, είπε, θα κριθούν όλα: ποιος τελικά μπορεί πραγματικά να κυβερνήσει τη χώρα.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από τον κραταιό Νικόλα. Τον αρχηγό ενός κόμματος που φιλοδοξεί να είναι σοβαρή αντιπολίτευση, αλλά καταφέρνει με αξιοθαύμαστη συνέπεια να είναι απλώς θολή. Ο Νίκος Ανδρουλάκης εκπροσωπεί μια πολιτική γραμμή χωρίς ρίσκο, χωρίς αιχμές και κυρίως χωρίς σαφή πρόταση εξουσίας. Ο Ανδρουλάκης μιλά πολύ, λέει λίγα και δεσμεύεται ελάχιστα. Αποφεύγει τις καθαρές θέσεις όπως ο διάβολος το λιβάνι έχει αλλεργία στις δύσκολες επιλογές και πάνω απ’ όλα το ερώτημα της εξουσίας. Λειτουργεί περισσότερο ως σχολιαστής των εξελίξεων παρά ως ηγέτης που φιλοδοξεί να τις διαμορφώσει. Αν αυτό είναι η εναλλακτική διακυβέρνηση, τότε η σύγκριση γίνεται σχεδόν άδικη.

Περνάμε στη Ζωή Κωνσταντοπούλου, μια πολιτικό που δεν χρειάζεται πρόγραμμα: της αρκεί η ένταση. Η πολιτική της ύπαρξη είναι χτισμένη πάνω στη σύγκρουση για τη σύγκρουση, στην καταγγελία ως αυτοσκοπό και σε μια μόνιμη ηθική ανωτερότητα χωρίς καμία διάθεση διακυβέρνησης. Η Ζωή δεν ζητά να κυβερνήσει τη χώρα. Ζητά να την εγκαλεί. Κι αυτό, όσο κι αν παράγει θόρυβο, δεν παράγει πολιτική.

Και τέλος, ο Κυριάκος Βελόπουλος. Ο άνθρωπος που μετέτρεψε τη θεωρία συνωμοσίας σε πολιτικό προϊόν και το τηλεμάρκετινγκ σε ιδεολογία. Από επιστολές του Ιησού μέχρι εθνικές «αποκαλύψεις», η πρότασή του για τη χώρα είναι ένα διαρκές παράλληλο σύμπαν. Σύγκριση εδώ δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο υπενθύμιση του γιατί η σοβαρότητα στην πολιτική δεν είναι πολυτέλεια.

Ο Μητσοτάκης μπορεί να ζητά σύγκριση, αλλά το πρόβλημα για τους αντιπάλους του είναι ότι δεν έχουν με τι να συγκριθούν. Και κάπως έτσι, όσο κι αν αλλάζουν τα διλήμματα, το αποτέλεσμα μένει το ίδιο: ο Μητσοτάκης, τελικά, δεν συγκρίνεται με κανέναν.