Κάποτε το ΠΑΣΟΚ ήταν δείκτης. Έδειχνε κατεύθυνση, έδινε ρυθμό, καθόριζε το πολιτικό παιχνίδι.

Σήμερα θυμίζει χαλασμένο όργανο μέτρησης: η βελόνα έχει κολλήσει στο «πτώση» και κανείς στην ηγεσία δεν δείχνει ικανός –ή πρόθυμος– να τη φτιάξει.

Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι απλώς κακές. Είναι αποκαρδιωτικές. Στασιμότητα, διαρροές, αδυναμία διεύρυνσης, μηδενική δυναμική. Το ΠΑΣΟΚ δεν ανεβαίνει ούτε όταν φθείρεται η κυβέρνηση ούτε όταν καταρρέει η αξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ. Σε μια συγκυρία που ιστορικά θα έπρεπε να επωφελείται από τη δυσαρέσκεια, μένει καθηλωμένο. Σαν να μην υπάρχει. Και αυτό δεν είναι ατύχημα. Είναι πολιτική αποτυχία.

Η ηγεσία Ανδρουλάκη υποσχέθηκε επανεκκίνηση. Μίλησε για «σοβαρότητα», «θεσμικότητα», «νέο ήθος». Στην πράξη, όμως, παρέδωσε ένα κόμμα άχρωμο, άοσμο και άφωνο. Χωρίς αφήγημα, χωρίς πάθος, χωρίς πολιτική ταυτότητα.

Το ΠΑΣΟΚ σήμερα δεν συγκρούεται με κανέναν, δεν εμπνέει κανέναν, δεν φοβίζει κανέναν. Και στην πολιτική, αν δεν σε φοβάται ή δεν σε χρειάζεται κανείς, απλώς σε προσπερνούν.

Η στρατηγική τού «ούτε με τη ΝΔ ούτε με τον ΣΥΡΙΖΑ» κατέληξε να σημαίνει «με κανέναν και για τίποτα». Ένα μόνιμο γκρι. Ένα κόμμα παρατηρητής. Όχι πρωταγωνιστής. Οι πολίτες δεν ψηφίζουν κόμματα που απλώς σχολιάζουν τις εξελίξεις. Ψηφίζουν όσους δείχνουν ότι μπορούν να τις καθορίσουν.

Αντί γι’ αυτό, η Χαριλάου Τρικούπη αναλώνεται σε εσωκομματικά παιχνίδια, ισορροπίες βαρόνων και μικρομηχανισμούς. Δούκας, Γερουλάνος, Διαμαντοπούλου, παλιοί και νέοι «παράγοντες» κινούνται σαν να ετοιμάζονται για εσωτερικό εμφύλιο, όχι για μάχη με τη ΝΔ. Το Συνέδριο προδιαγράφεται περισσότερο ως αρένα προσωπικών στρατηγικών παρά ως πεδίο πολιτικής αναγέννησης.

Και ο πρόεδρος; Αντί να επιβάλει γραμμή, μοιάζει να διαχειρίζεται γκρίνιες. Αντί να ανοίγει μέτωπα με τον Μητσοτάκη, ανοίγει μέτωπα μέσα στο ίδιο του το κόμμα.

Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι οι καβγάδες κορυφής, αλλά η κοινωνική αποσύνδεση. Το ΠΑΣΟΚ δεν μιλά πια τη γλώσσα του μεσαίου χώρου, των εργαζόμενων, της νέας γενιάς. Δεν έχει πρόταση για την ακρίβεια, δεν έχει καθαρό στίγμα για την Υγεία, δεν έχει πειστικό σχέδιο για το κράτος. Μιλά τεχνοκρατικά σε μια κοινωνία που ζητά καθαρές κουβέντες.

Και όταν μιλά, το κάνει σαν να βγάζει υπηρεσιακό σημείωμα, κι όχι στο πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Το αποτέλεσμα; Οι ψηφοφόροι δεν φεύγουν θυμωμένοι – φεύγουν αδιάφοροι. Και η αδιαφορία είναι πολύ πιο θανατηφόρα από την οργή. Γιατί η οργή μπορεί να τροφοδοτεί, ενώ η αδιαφορία σε σβήνει.

Στην πραγματικότητα, το ΠΑΣΟΚ δείχνει να φοβάται να γίνει ξανά ΠΑΣΟΚ. Να αρθρώσει ηχηρό λόγο, να συγκρουστεί, να πάρει ρίσκα. Κυνηγά την «ασφάλεια» του 10%-12%, λες και αυτό είναι ταβάνι επιτυχίας και όχι πολιτικό ναυάγιο για ένα κόμμα που κάποτε κυβερνούσε τη χώρα με 45%.

Η διαφορά νοοτροπίας είναι σοκαριστική. Από κόμμα εξουσίας, κόμμα διαχείρισης ποσοστών. Από κίνημα, γραφειοκρατικός μηχανισμός.

Και όσο η ηγεσία επιμένει σε αυτή τη χαμηλή πτήση, τόσο η βελόνα θα βυθίζεται. Γιατί η πολιτική δεν συγχωρεί τη μετριότητα. Ή ανεβαίνεις με ορμή ή σε καταπίνει το ρεύμα.

Το πιο ειρωνικό; Η συγκυρία είναι ιδανική. Η κυβέρνηση φθείρεται από σκάνδαλα, κοινωνική κόπωση, ακρίβεια. Ο ΣΥΡΙΖΑ παραπαίει σε υπαρξιακή κρίση. Ο χώρος του Κέντρου είναι ανοιχτός. Κι όμως, το ΠΑΣΟΚ δεν κερδίζει.

Αυτό δεν είναι «κακή τύχη», αλλά έλλειψη ηγεσίας. Γιατί όταν η κοινωνία ψάχνει εναλλακτική και δεν σε επιλέγει, σημαίνει ότι δεν σε θεωρεί λύση – σε θεωρεί συμπλήρωμα. Αν δεν αλλάξει ριζικά πορεία -πρόσωπα, ύφος, στρατηγική, τόλμη– το κόμμα κινδυνεύει να παγιωθεί ως μικρομεσαία δύναμη διαμαρτυρίας. Ένα ιστορικό brand χωρίς περιεχόμενο. Μια ανάμνηση που ανακυκλώνει το παρελθόν, αντί να χτίζει το μέλλον.

Και τότε η βελόνα δεν θα δείχνει απλώς προς τα κάτω. Θα έχει σπάσει οριστικά. Επειδή στην πολιτική όποιος φοβάται να παίξει για τη νίκη, καταλήγει να παλεύει απλώς για την επιβίωση. Και το ΠΑΣΟΚ δεν γεννήθηκε για να επιβιώνει. Γεννήθηκε για να κυριαρχεί.

Αν δεν το θυμηθεί σύντομα, η ιστορία θα το αναφέρει μόνο ως υποσημείωση. Αν η ηγεσία συνεχίσει να μετρά ποσοστά αντί να παράγει πολιτική, το ΠΑΣΟΚ δεν θα ξαναγίνει ποτέ πρωταγωνιστής. Θα καταντήσει ιστορικό λογότυπο σε μουσείο αναμνήσεων. Και στην πολιτική, τα μουσεία δεν ψηφίζονται – απλώς τα επισκέπτεσαι από νοσταλγία.