Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εμφανίσει εικόνα διεύρυνσης, την ώρα που αποχωρήσεις, εσωτερικές διαφοροποιήσεις και μεταγραφές αποκαλύπτουν βαθιά στρατηγική σύγχυση.
Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να παρουσιάσει την περίοδο που ανοίγει ως μια φάση πολιτικής αντεπίθεσης, με τη Χαριλάου Τρικούπη να επενδύει στις μεταγραφές στελεχών, στην προεκλογική προετοιμασία και στην εικόνα ενός κόμματος που διευρύνει την επιρροή του.
Πίσω όμως από αυτή την επικοινωνιακή κατασκευή, το εσωτερικό του κόμματος παρουσιάζει μια πολύ πιο δύσκολη εικόνα, καθώς την ώρα που η ηγεσία αναζητά νέα πρόσωπα, στελέχη αποχωρούν, βουλευτές διαφοροποιούνται δημόσια και οι εσωκομματικές αντιθέσεις γίνονται ολοένα και πιο εμφανείς.
Η αποχώρηση της Ρόζας Βρεττού, οι αιχμές που διατύπωσε για τη λειτουργία του ΠΑΣΟΚ και την απουσία ουσιαστικού προγραμματικού σχεδίου, αλλά και η δημόσια στάση του Απόστολου Πάνα, φέρνουν στην επιφάνεια ένα πρόβλημα πολύ βαθύτερο από μια σειρά μεμονωμένων κομματικών επεισοδίων: την αδυναμία της ηγεσίας του Νίκου Ανδρουλάκη να επιβάλει έναν καθαρό και συνεκτικό πολιτικό προσανατολισμό. Οι συνεχείς προσχωρήσεις, από την άλλη, δεν αρκούν για να καλύψουν αυτό το κενό, όταν δεν εντάσσονται σε ένα ευδιάκριτο πολιτικό σχέδιο και όταν η ίδια η σύνθεση του κόμματος δημιουργεί νέες εσωτερικές ισορροπίες και ανταγωνισμούς.
Έτσι, πίσω από τη φιλολογία περί διεύρυνσης διαμορφώνεται η εικόνα ενός ΠΑΣΟΚ που προσπαθεί να μεγαλώσει αριθμητικά πριν ξεκαθαρίσει πολιτικά τι ακριβώς θέλει να εκφράσει, ποια στρατηγική υπηρετεί και με ποιο σχέδιο επιδιώκει να πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει συνεκτική πολιτική δύναμη. Και όσο η Χαριλάου Τρικούπη αναζητά τη λύση μέσα από πρόσωπα, μεταγραφές και κινήσεις τακτικής, τόσο οι αποχωρήσεις και οι δημόσιες διαφοροποιήσεις αναδεικνύουν το πραγματικό ερώτημα: αν το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ είναι πράγματι η έλλειψη στελεχών ή αν είναι η έλλειψη καθαρής πολιτικής πυξίδας.
Το πρόβλημα για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι απλώς ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει από την πόρτα. Είναι ότι οι συνεχείς μεταγραφές και οι εσωτερικές φυγές αποκαλύπτουν ένα κόμμα που μοιάζει να κινείται περισσότερο με βάση τη συγκυρία παρά με μια συνεκτική πολιτική στρατηγική. Και όσο η Χαριλάου Τρικούπη προσπαθεί να παρουσιάσει κάθε νέα προσθήκη ως απόδειξη διεύρυνσης, οι αποχωρήσεις και οι δημόσιες διαφοροποιήσεις επαναφέρουν το ερώτημα για το τι ακριβώς θέλει να γίνει το ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ κάνει μεταγραφές, αλλά χάνει την πυξίδα του
Το πιο ενδιαφέρον στην υπόθεση του ΠΑΣΟΚ δεν είναι ποιος μπαίνει στη Χαριλάου Τρικούπη, αλλά ποιοι βγαίνουν από αυτήν. Γιατί όταν ένα κόμμα πανηγυρίζει για τις μεταγραφές την ώρα που στελέχη του αποχωρούν καταγγέλλοντας έλλειψη πολιτικού σχεδίου, τότε η περίφημη «διεύρυνση» αρχίζει να θυμίζει περισσότερο αριθμητική άσκηση παρά πολιτική στρατηγική. Η περίπτωση της Ρόζας Βρεττού και η δημόσια διαφοροποίηση του Απόστολου Πάνα δεν είναι απλώς δύο ξεχωριστά περιστατικά. Είναι συμπτώματα ενός κόμματος που δυσκολεύεται να πείσει ακόμη και το εσωτερικό του ότι ξέρει πού θέλει να πάει.
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αδυναμία του Νίκου Ανδρουλάκη. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να κινείται από τη μία μεταγραφή στην άλλη, από τη μία επικοινωνιακή πρωτοβουλία στην επόμενη και από τη μία δημοσκοπική προσδοκία στην άλλη, χωρίς να έχει καταφέρει να δώσει μια καθαρή απάντηση στο βασικό ερώτημα: ποιο ακριβώς είναι το πολιτικό σχέδιο που θέλει να υπηρετήσει;
Στη ΔΕΘ παρουσιάστηκαν προτάσεις και δεσμεύσεις, όπως ο ίδιος ο Ανδρουλάκης επιμένει ότι το ΠΑΣΟΚ διαθέτει πρόγραμμα και «επτά εμβληματικές τομές». Όμως άλλο πρόγραμμα επί χάρτου και άλλο πολιτική στρατηγική με αρχή, μέση και τέλος. Όταν η καθημερινή κομματική εικόνα καθορίζεται από μεταγραφές, αποχωρήσεις και εσωτερικά αδειάσματα, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι ηγετικό.
Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί σε έναν πολιτικό τυχοδιωκτισμό: λίγο «αυτόνομη πορεία», λίγο άνοιγμα προς όποιον μπορεί να προσθέσει κοινοβουλευτικό ή εκλογικό βάρος, λίγο σκληρή αντιπαράθεση και λίγο άνοιγμα στη συζήτηση περί συνεργασιών. Η δημόσια τοποθέτηση του Απόστολου Πάνα ότι βλέπει τον χώρο της ΕΛ.Α.Σ. μέσα στη σοσιαλδημοκρατία, για παράδειγμα, προκάλεσε άμεση εσωκομματική αντίδραση, ενώ από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ διατυπώνεται ταυτόχρονα η θέση ότι επιδιώκει αυτόνομη πρόταση διακυβέρνησης.
Αυτή η πολιτική «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ» μπορεί να εξυπηρετεί προσωρινά την τακτική επιβίωση, δύσκολα όμως συνιστά στρατηγική. Και όταν η τακτική βαφτίζεται στρατηγική, ο λαϊκισμός δεν αργεί να γίνει υποκατάστατο πολιτικής ταυτότητας.
Τελικά, το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε μια μάλλον άβολη πραγματικότητα: προσπαθεί να εμφανίσει εικόνα διεύρυνσης, ενώ την ίδια στιγμή δυσκολεύεται να συγκρατήσει το δικό του στελεχιακό δυναμικό και να επιβάλει ενιαία πολιτική γραμμή. Η είσοδος του Αλέξανδρου Αυλωνίτη παρουσιάστηκε ως διεύρυνση, την ώρα που η αποχώρηση της Βρεττού άνοιγε νέο εσωτερικό μέτωπο.
Αν αυτό είναι το μοντέλο της «ανασύνταξης», τότε το πρόβλημα δεν είναι πόσες μεταγραφές θα ανακοινωθούν μέχρι τα Χριστούγεννα. Είναι αν υπάρχει ακόμη ένας σαφής πολιτικός προορισμός. Γιατί ένα κόμμα δεν αποδεικνύει ότι μεγαλώνει μετρώντας απλώς αυτούς που μπαίνουν. Πρέπει πρώτα να ξέρει γιατί θέλει να μείνουν αυτοί που ήδη βρίσκονται μέσα.