Σε επαναφορά του 13ου μισθού στον δημόσιο τομέα και της 13ης σύνταξης, με ορίζοντα έναρξης το ερχόμενο έτος, προσανατολίζεται το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης.

Στο επίκεντρο των πρωθυπουργικών εξαγγελιών στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης αναμένεται να βρεθεί το οργανωμένο και διεξοδικά μελετημένο σχέδιο του οικονομικού επιτελείου για τη σταδιακή αποκατάσταση των εισοδηματικών απωλειών που υπέστησαν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες κατά τη διάρκεια της πολυετούς κρίσης.

Το κυβερνητικό πλάνο εστιάζει στη σταδιακή επαναφορά του 13ου μισθού στον δημόσιο τομέα, αλλά και της 13ης σύνταξης, με ορίζοντα έναρξης το 2027. Πρόκειται για κίνηση με ιδιαίτερο πολιτικό, κοινωνικό και δημοσιονομικό βάρος, καθώς αφορά δύο εξαιρετικά ευαίσθητες και πολυπληθείς κατηγορίες.

Οι «κόφτες» του ΣΥΡΙΖΑ

Δημόσιοι υπάλληλοι και συνταξιούχοι είδαν, με σειρά αποφάσεων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, τα δώρα, τα επιδόματα και τις επιπλέον αποδοχές τους να συρρικνώνονται δραματικά, μέχρι την πλήρη και οριζόντια κατάργησή τους. Οι συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες εξάντλησαν κάθε διαθέσιμο νομικό μέσο διεκδικώντας την επιστροφή των καταργημένων παροχών. Οι αλλεπάλληλες δικαστικές διαμάχες κορυφώθηκαν στην πρόσφατη πρότυπη δίκη στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έκρινε συνταγματικές τις περικοπές που επιβλήθηκαν το 2012.

Το ΣτΕ αποδέχθηκε, επίσης, την επιχειρηματολογία του Δημοσίου περί απουσίας του αναγκαίου δημοσιονομικού χώρου για αυτόματη επαναχορήγηση. Ωστόσο, η δικαστική απόφαση σε καμία περίπτωση δεν εμποδίζει την πολιτική ηγεσία να αναλάβει αυτόνομη νομοθετική πρωτοβουλία.

Από τη στιγμή που η κυβέρνηση αποφασίσει να τροποποιήσει το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, δεν τίθεται ζήτημα ακυρότητας ή νομικού κωλύματος. Αντίστοιχη τακτική ακολουθήθηκε πρόσφατα και στο μέτωπο των συντάξεων χηρείας, όπου, παρά τη δεδικασμένη κρίση για την εθνική σύνταξη, το υπουργείο Εργασίας επανέφερε με ειδική διάταξη νόμου το ποσοστό στο 70% του μηνιαίου εισοδήματος του αποβιώσαντος συζύγου, ξεπερνώντας στην πράξη τον δικαστικό σκόπελο.

Το υπό επεξεργασία σχέδιο που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο τραπέζι του οικονομικού επιτελείου για τον 13ο μισθό κινείται πάνω σε δύο βασικά και διακριτά σενάρια. Το πρώτο σενάριο προβλέπει την πλήρη αποκατάσταση του συνολικού ποσού σε βάθος τριετίας. Με βάση αυτόν τον σχεδιασμό, το 2027 θα καταβληθεί το 33,3% του δώρου Χριστουγέννων, ενώ το υπόλοιπο 66,6% θα επιμεριστεί ισόποσα σε δύο επόμενες δόσεις, το 2028 και το 2029. Με αυτόν τον τρόπο, η διαδικασία της πλήρους επαναφοράς του 13ου μισθού θα ολοκληρωθεί λίγο πριν από την Πρωτοχρονιά του 2030, προσφέροντας σταθερή και προβλέψιμη ενίσχυση στους δικαιούχους.

Το δεύτερο σενάριο προβλέπει για το 2027 την καταβολή ενός σταθερού ποσού της τάξεως των 400 έως 500 ευρώ. Η επιλογή αυτή παραπέμπει στο μοντέλο της περιόδου 2010-2011, όταν το δώρο Χριστουγέννων, μαζί με το επίδομα αδείας, είχε περιοριστεί σε σταθερά ποσά για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους, προτού καταργηθεί τελείως. Σε αυτή την περίπτωση, η επιστροφή του πρώτου ποσού θα συνοδευτεί από δημόσια δέσμευση ότι το υπολειπόμενο ποσό θα καταβληθεί και πάλι σε δόσεις, με τελικό ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2030.

Η επιλογή της σταδιακής και κλιμακωτής εφαρμογής κρίνεται αναγκαία λόγω του μεγάλου δημοσιονομικού βάρους που συνεπάγεται μια τέτοια απόφαση. Η πλήρης επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού στο Δημόσιο υπολογίζεται ότι απαιτεί κονδύλια ύψους 2,3 δισ. ευρώ, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές. Μόνο ο 13ος μισθός «κοστίζει» στον κρατικό προϋπολογισμό περίπου 1,1 δισ. ευρώ. Ετσι, και στα δύο σενάρια, η δαπάνη για το πρώτο έτος εφαρμογής, δηλαδή το 2027, υπολογίζεται ότι θα συγκρατηθεί σε ένα εύρος από 400 έως 600 εκατ. ευρώ στο μέγιστο επίπεδο. Το ποσό αυτό θεωρείται διαχειρίσιμο από τις αντοχές της οικονομίας.

Ουσιαστικές παρεμβάσεις

Παράλληλα, το κυβερνητικό σχέδιο περιλαμβάνει ουσιαστικές παρεμβάσεις και για τη 13η σύνταξη, πεδίο στο οποίο έχουν ήδη δρομολογηθεί τα πρώτα βήματα. Μετά την απόφαση για την καταβολή έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης 300 ευρώ σε χαμηλοσυνταξιούχους, αυξημένης κατά 50 ευρώ σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει τη μόνιμη αρχιτεκτονική του μέτρου από το 2027 και μετά.

Η παρέμβαση αυτή, η οποία στην τρέχουσα μορφή της καλύπτει περίπου 1,87 εκατομμύρια δικαιούχους με συνολική δαπάνη 187 εκατ. ευρώ, σχεδιάζεται να διευρυνθεί ώστε η ενίσχυση να φτάσει σε ακόμη περισσότερους ή και στο σύνολο των 2,5 εκατομμυρίων συνταξιούχων.

Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται η κατάργηση ή η χαλάρωση των αυστηρών εισοδηματικών και περιουσιακών ορίων. Το δεύτερο σκέλος του σχεδιασμού αφορά τη σταδιακή αύξηση του τελικού ποσού, ώστε αυτό να προσεγγίσει το ύψος της εθνικής σύνταξης.