Η πρόθεση της Τουρκίας να μεταφέρει τις διεκδικήσεις της «Γαλάζιας Πατρίδας» στην τουρκική Εθνοσυνέλευση δεν αποτελεί μία ακόμη συμβολική εθνικιστική κίνηση εσωτερικής κατανάλωσης.
Συνιστά κάτι πολύ σοβαρότερο. Μία απόπειρα να περιβάλει με νομικό μανδύα το αναθεωρητικό της δόγμα, που αμφισβητεί ευθέως το Δίκαιο της Θάλασσας, τα κυριαρχικά δικαιώματα Ελλάδας και Κύπρου αλλά και το ίδιο το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει την εικόνα ότι μία απλή εσωτερική νομοθετική πράξη αρκεί για να μετατρέψει μονομερείς διεκδικήσεις σε διεθνή πραγματικότητα. Πρόκειται για μια προσπάθεια να δημιουργήσει ένα εσωτερικό «νομικό κέλυφος» απέναντι στη διεθνή της νομική απομόνωση… Όμως το Διεθνές Δίκαιο δεν λειτουργεί έτσι.
Το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS, 1982) αναγνωρίζει το δικαίωμα ενός κράτους να προχωρά μονομερώς σε ανακήρυξη θαλάσσιων ζωνών. Δεν αναγνωρίζει όμως, σε καμία περίπτωση, τη μονομερή οριοθέτηση, όταν υπάρχουν επικαλυπτόμενες αξιώσεις με άλλο κράτος. Εκεί απαιτείται είτε συμφωνία είτε διεθνής δικαιοδοτική διαδικασία. Με άλλα λόγια, η Τουρκία μπορεί να ψηφίσει ό,τι θέλει στο εσωτερικό της. Δεν μπορεί όμως να επιβάλει διεθνώς τη δική της εκδοχή στον χάρτη τηςΑνατολικής Μεσογείου, βαφτίζοντας την αυθαιρεσία «νομοθεσία»!
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που διαφοροποιεί μία πολιτική διακήρυξη από μία νόμιμη διεθνή οριοθέτηση.
Το ακόμη σοβαρότερο για την Άγκυρα είναι ότι η UNCLOS δεν αποτελεί πλέον μόνο διεθνή σύμβαση. Αποτελεί και μέρος του ίδιου του ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενσωματώσει το Δίκαιο της Θάλασσας στο κοινοτικό κεκτημένο και θεωρεί τις αρχές του μέρος της έννομης τάξης της.
Αυτό σημαίνει ότι είναι θεσμικά αδιανόητο μία χώρα που επιδιώκει –έστω τυπικά– να διατηρεί ενταξιακή προοπτική προς την ΕΕ, να νομοθετεί ταυτόχρονα θέσεις που συγκρούονται με θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου. Η Άγκυρα δεν μπορεί να κτυπά την πόρτα της Ευρώπης, ενώ ταυτόχρονα ναρκοθετεί το νομικό της οικοδόμημα. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η νέα διάσταση της κρίσης.
Ελλάδα και Κύπρος αποκτούν τη δυνατότητα να μεταφέρουν το ζήτημα από το επίπεδο μιας «διμερούς ελληνοτουρκικής διαφοράς» –όπως επιμένει να το παρουσιάζει η Τουρκία επικαλούμενη συχνά τη θεωρία του «επίμονου αντιρρησία» απέναντι σε πλευρές του Δικαίου της Θάλασσας– στο επίπεδο ευρωπαϊκής θεσμικής σύγκρουσης.
Η τουρκική νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» μπορεί να παρουσιαστεί, όχι μόνο ως πρόκληση απέναντι στην Αθήνα και τη Λευκωσία, αλλά και ως ευθεία απόκλιση από το ευρωπαϊκό κεκτημένο και τις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης για τη θάλασσα, την κυριαρχία και τη διεθνή νομιμότητα.
Αυτό αλλάζει τη φύση της αντιπαράθεσης. Διότι μέχρι σήμερα η Άγκυρα επιχειρούσε να εμφανίσει τις θέσεις της ως «διαφορετική ερμηνεία» του διεθνούς δικαίου ή ως επίκληση της αρχής της ευθυδικίας. Αν όμως αυτές οι θέσεις μετατραπούν σε επίσημο κρατικό δόγμα μέσω νομοθεσίας, τότε η Τουρκία θα καταγράφεται πλέον θεσμικά ως κράτος που επιλέγει συνειδητά να αποκλίνει από τη διεθνή και ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Και αυτό έχει πολιτικό κόστος.
Η Ευρώπη μπορεί να αγνοούσε επί χρόνια πολλές τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, εγκλωβισμένη συχνά στις συμπληγάδες μιας realpolitik και των εσωτερικών ισορροπιών των κρατών-μελών της. Δύσκολα όμως θα μπορέσει να αγνοήσει μια επίσημη κρατική νομοθέτηση, που αμφισβητεί θαλάσσια δικαιώματα δύο κρατών-μελών της ΕΕ και ταυτόχρονα συγκρούεται με τις ίδιες τις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζονται η ευρωπαϊκή ασφάλεια και το νομικό status στις θάλασσές της. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο νομικό ή διπλωματικό. Είναι βαθιά γεωπολιτικό!
Γιατί, όταν ένα κράτος επιχειρεί να μετατρέψει τον αναθεωρητισμό σε νόμο, τότε παύει να παράγει απλώς ένταση. Παράγει συνθήκες κρίσης, που υπερβαίνουν τα τοπικά σύνορα.
Σε μια περίοδο όπου η Ανατολική Μεσόγειος συνδέεται πλέον με κρίσιμους ενεργειακούς διαδρόμους, αμυντικές συμμαχίες, υποθαλάσσια καλώδια δεδομένων, το LNG, τον IMEC και τη νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Δύσης, οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής τετελεσμένων μέσω «νόμων» μπορεί να λειτουργήσει ως πυροκροτητής αποσταθεροποίησης πολύ μεγαλύτερης κλίμακας από ένα ακόμη ελληνοτουρκικό επεισόδιο.
Η Ευρώπη οφείλει πλέον να δει στην τουρκική νομοθετική πρωτοβουλία όχι μια νομική εκκεντρικότητα, αλλά μια ευθεία απειλή για τη σταθερότητα της ίδιας της ηπείρου.
Διότι όταν ο αναθεωρητισμός μετατρέπεται σε κρατικό νόμο, παύει να αποτελεί απλώς διπλωματική διαφορά. Μετατρέπεται σε προαναγγελία γεωπολιτικής σύγκρουσης!
