Την ποινή της οριστικής παύσης επέβαλε πειθαρχικό συμβούλιο σε εκπαιδευτικό που καταδικάστηκε για σεξουαλική παρενόχληση ανήλικης μαθήτριας, έπειτα από παρέμβαση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (ΕΑΔ).

Η απόφαση ελήφθη κατόπιν ένστασης του διοικητή της Αρχής, ο οποίος είχε κρίνει υπέρμετρα επιεική την αρχική πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης 12 μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών, παρά την καταδίκη του εκπαιδευτικού από την ποινική Δικαιοσύνη.

Η καταγγελία της μητέρας και η καταδίκη σε κάθειρξη

Η υπόθεση αποκαλύφθηκε έπειτα από αναφορά της μητέρας μαθήτριας της Α΄ Γυμνασίου, η οποία οδήγησε στη διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης (ΕΔΕ).

Σύμφωνα με το πόρισμα, προέκυψαν σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις ότι ο εκπαιδευτικός είχε επιδείξει ανάρμοστη και αναξιοπρεπή συμπεριφορά κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, η οποία εμπίπτει στην ειδική περίπτωση παραβίασης της γενετήσιας ελευθερίας.

Ειδικότερα, από την ΕΔΕ διαπιστώθηκε ότι ο εκπαιδευτικός παρενοχλούσε λεκτικά και σωματικά την ανήλικη επί τρεις μήνες, απομονώνοντάς την μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας. Τα ευρήματα οδήγησαν στην παραπομπή του ενώπιον του αρμόδιου Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Παράλληλα, η μητέρα της μαθήτριας υπέβαλε μηνυτήρια αναφορά, με αποτέλεσμα να ασκηθεί σε βάρος του εκπαιδευτικού ποινική δίωξη για κατ' εξακολούθηση αποπλάνηση παιδιού που είχε συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο.

Το 2019, το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για αποπλάνηση παιδιού ηλικίας από 12 έως 14 ετών, καθώς και για κατ' εξακολούθηση κατάχρηση ανηλίκου κάτω των 14 ετών σε ασέλγεια από ενήλικο, ο οποίος είχε την ιδιότητα του εκπαιδευτικού του θύματος. Του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ ετών.

Ο καταδικασθείς άσκησε έφεση, ωστόσο το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με απόφασή του το 2022, τον έκρινε ομόφωνα ένοχο για τις ίδιες πράξεις, μειώνοντας την ποινή του σε έξι έτη και δέκα μήνες κάθειρξης. Στη συνέχεια προσέφυγε στον Άρειο Πάγο, ζητώντας την αναίρεση της απόφασης.

Η αρχική πειθαρχική ποινή και η ένσταση της ΕΑΔ

Παρά την καταδικαστική απόφαση του Εφετείου, το αρμόδιο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, να επιβάλει στον εκπαιδευτικό προσωρινή παύση 12 μηνών χωρίς αποδοχές.

Η πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου μειοψήφησε, υποστηρίζοντας ότι η βαρύτητα των πράξεων επέβαλλε την οριστική απομάκρυνσή του από την υπηρεσία.

Την αρχική απόφαση αμφισβήτησε ο διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, ο οποίος υπέβαλε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών.

Στην παρέμβασή του υποστήριξε ότι η δωδεκάμηνη προσωρινή παύση ήταν υπέρμετρα επιεικής και δυσανάλογη προς τη σοβαρότητα των πειθαρχικών παραπτωμάτων, ζητώντας την επιβολή της αυστηρότερης ποινής της οριστικής παύσης.

Αμετάκλητη καταδίκη και μετατροπή της ποινής σε πρόστιμο

Ενώ εκκρεμούσε η εξέταση της ένστασης, το ΣΤ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου απέρριψε, με απόφασή του το 2024, την αίτηση αναίρεσης που είχε υποβάλει ο εκπαιδευτικός το 2023.

Με την εξέλιξη αυτή, η καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου κατέστη αμετάκλητη, επιφέροντας την αυτοδίκαιη έκπτωση του καταδικασθέντος από την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου.

Ακολούθως, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο έκανε δεκτή την ένσταση του διοικητή της ΕΑΔ και επέβαλε στον εκπαιδευτικό την ποινή της οριστικής παύσης.

Ωστόσο, καθώς είχε ήδη απολέσει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου λόγω της αμετάκλητης ποινικής καταδίκης του, η πειθαρχική ποινή μετατράπηκε σε πρόστιμο ίσο με τις αποδοχές 12 μηνών.