Δυο κράτη. Η θέση της Αγκυρας, πλέον και της νέας τουρκοκυπριακής ηγεσίας, είναι απλή και ξεκάθαρη. Οπως το έθεσε και ο ίδιος ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μιλώντας την περασμένη Δευτέρα μετά τις συνομιλίες που είχε στην Αγκυρα με τον Ερσίν Τατάρ: «Εχει γίνει αντιληπτό ότι οι παρούσες παράμετροι δεν οδηγούν πουθενά τη διαδικασία που υπήρξε εδώ και μισό αιώνα. Τόνισα (σ.σ.: στον Τατάρ) ότι η ομοσπονδία δεν θα μπορούσε πλέον να είναι ένα έγκυρο μοντέλο για λύση και ότι χρειάζονται νέες ιδέες».

Οι «νέες ιδέες» είναι το μότο του Τατάρ επίσης. Είναι το σύνθημα με το οποίο εξελέγη στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων και το οποίο εξήγησε για λογαριασμό του – όπως και όλα τα άλλα άλλωστε – ο Ερντογάν τη Δευτέρα: «Πιστεύω ότι τώρα η λύση των δύο κρατών πρέπει να τεθεί στο τραπέζι με μια ρεαλιστική προσέγγιση». Προαναγγέλλοντας δε την κάθοδό του στην «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου» για τους εορτασμούς της 37ης επετείου από την ανακήρυξή της, στις 15 Νοεμβρίου, ο τούρκος πρόεδρος πρότεινε στον Τατάρ να κάνουν και πικ νικ στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου. Τη διανοιγμένη περίκλειστη, έστω.

Αυτά έγιναν τη Δευτέρα. Την Τρίτη, τα Ηνωμένα Εθνη ανακοίνωσαν ότι στις 3 Νοεμβρίου – δηλαδή δύο σχεδόν εβδομάδες πριν από την κάθοδο Ερντογάν – θα πραγματοποιηθεί η πρώτη συνάντηση ανάμεσα στους ηγέτες των δύο κοινοτήτων, Αναστασιάδη και Τατάρ, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Και το βασικό ερώτημα είναι τι ακριβώς θα γίνει στη συνάντηση αυτή και πώς θα μοιάζει η επόμενη μέρα εάν – ή καλύτερα, όταν – ο Ερσίν Τατάρ προσέλθει κομίζοντας τις «νέες ιδέες». Πώς θα αντιδράσει ο ΟΗΕ και πώς η ελληνοκυπριακή πλευρά;

Η τελευταία, άλλοι λένε από επιλογή και άλλοι συνεπεία μιας αποτυχημένης στρατηγικής, ίσως δε και τα δύο μαζί, βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια, εκ των πραγμάτων, δεινή θέση. Δεν υπάρχουν πολλά σενάρια για την έκβαση της συνάντησης και κυρίως για τον δρόμο που θα πάρει πια το Κυπριακό. Είτε θα υπάρξει, λοιπόν, ένα ξεκάθαρο ναυάγιο και ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ θα εγκαταλείψει την προσπάθεια είτε θα δοθεί μια χρονική παράταση στα πράγματα, κατά την οποία ο Αντόνιο Γκουτέρες θα επιδιώξει μέσα από παρασκηνιακές επαφές την εξεύρεση μιας νέας βάσης για την επανέναρξη του διαλόγου.

 

Κυβερνητική πηγή της Κύπρου, μιλώντας στα «ΝΕΑ», δεν έκρυψε την ανησυχία της Λευκωσίας κυρίως σε σχέση με τη δυσκολία να προκύψει το δεύτερο σενάριο, λόγω της ανάγκης να υπάρξει μια κοινή δήλωση των δύο μερών μετά τη συνάντηση. Δεδομένου ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά, είπε, θα προσέλθει με τη θέση να ξεκινήσουν όλα από εκεί που έμειναν στο Κραν Μοντανά και τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία και η τουρκοκυπριακή θα φέρει τις «νέες ιδέες» και τα δύο κράτη, είναι φανερό πως χρειάζεται πολλή φαντασία για να σκεφτεί κανείς πώς μπορεί να μοιάζει μια… κοινή δήλωση.

Ετσι, όσο τραγικό κι αν ακούγεται, η επιδίωξη της ελληνοκυπριακής πλευράς μπορεί να είναι μία και μοναδική: ένα ανακοινωθέν το οποίο θα καλεί τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ να συνεχίσει τις καλές του υπηρεσίες και τη βολιδοσκόπηση των δύο μερών για τη συνέχιση του διαλόγου.

Τι σημαίνει όμως συνέχιση του διαλόγου εδώ που φτάσαμε; Σημαίνει συνομοσπονδία, και αυτό επίσης δεν το αρνείται παρασκηνιακά η Λευκωσία. Μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ένα ενιαίο μεν προς την εξωτερική του αντιπροσώπευση κράτος, το οποίο όμως στην ουσία θα είναι μια ομπρέλα υπό την οποία θα στεγάζονται όχι δύο συνιστώσες ομοσπονδιακές πολιτείες, αλλά κάτι πολύ πιο χαλαρό. Δύο κράτη στην ουσία. Ενα σενάριο βελούδινου διαζυγίου για το μέλλον. Η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία έχει θαφτεί – απλώς μόνο η μία εκ των δύο πλευρών το παραδέχεται δημόσια.

Ο εφιάλτης της Λευκωσίας είναι το δεύτερο σενάριο. Και η περίπτωση είτε η Αγκυρα να εμείνει με τρόπο απόλυτο στις αξιώσεις της για καθαρή διχοτόμηση είτε τα Ηνωμένα Εθνη να κρίνουν ότι η απόσταση που χωρίζει τα δύο μέρη είναι τόσο μεγάλη που πλέον δεν μπορεί να υπάρξει διάλογος και πως, όπως πάνε τα πράγματα, καλύτερα να αφεθούν, ατύπως, να πάρουν την πορεία τους, με τον διάλογο να μην επαναρχίζει απλά.

Μια τέτοια κατάληξη θα σημαίνει πως δεν θα υπάρξει καμία επιστροφή εδαφών, κανένας μηχανισμός αποζημίωσης των προσφύγων και τίποτα από όλα όσα η ελληνοκυπριακή πλευρά μπορούσε να κερδίσει διαχρονικά μέσα από σχέδια τα οποία προτάθηκαν και συχνά απορρίφθηκαν από εκείνη μέσα από πανηγυρικές ιαχές και «περήφανα Οχι» που ζητούσαν οι εκάστοτε πρόεδροι από τον λαό ή έλεγαν εκ μέρους του χωρίς να τον ρωτούν.

Ακόμα και η Αμμόχωστος έχει πλέον χαθεί, με την Τουρκία να έχει ανοίξει ένα μέρος της και να ετοιμάζεται να ανοίξει και την υπόλοιπη, καλώντας τους Αμμοχωστιανούς να ζητήσουν – μέσω της αναγνωρισμένης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως ένδικου μέσου της Τουρκίας, Επιτροπής Αποζημιώσεων της τουρκοκυπριακής πλευράς – να επιστρέφουν υπό ο τουρκοκυπριακή διοίκηση ή να χάσουν τις περιουσίες τους οριστικά.

Ακόμα και εδώ είναι δεδομένο πως οι πλείστοι θα αρνηθούν να το κάνουν, είτε από φόβο είτε γιατί πλέον είναι πρακτικά αδύνατο να μετακομίσουν μόνιμα εκεί. Και θα είναι ζήτημα χρόνου – όταν η Αμμόχωστος θα εποικιστεί -πότε θα αναγκαστούν να φύγουν ακόμα και εκείνοι οι Ελληνοκύπριοι που θα πάνε για να εγκατασταθούν.

Η Τουρκία δεν ρισκάρει κάτι πέραν της επίρριψης ευθυνών στην ίδια. Για την Αγκυρα το ζήτημα είναι απλό: εάν η διχοτόμηση δεν συμφωνηθεί ή δεν υπάρξει μια μορφή συνομοσπονδίας τόσο χαλαρής που να την ενδιαφέρει, θα προχωρήσει στην επιδίωξη εξασφάλισης έστω και μερικών αναγνωρίσεων της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου», με προίκα και τους υδρογονάνθρακες που θα αρπάξει, αρχίζοντας από το Αζερμπαϊτζάν. Και επιδιώκοντας μια μίνι ταϊβανοποίηση των Κατεχομένων στην Κύπρο.

Εχοντας απαλλαγεί από το εμπόδιο του Ακιντζί και των φεντεραλιστών και ασκώντας πια πλήρη έλεγχο στη διάδοχη κατάσταση των Τουρκοκυπρίων, η Αγκυρα ουσιαστικά θα αγοράσει χρόνο μέχρι να καταφέρει τα αμέσως επόμενα χρόνια την ανατροπή των εκλογικών ισορροπιών ανάμεσα σε Τουρκοκύπριους και εποίκους, προς όφελος των τελευταίων, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος, εάν τα άλλα σενάρια δεν αποδώσουν, για σταδιακή προσάρτηση των Κατεχομένων, ούτως ώστε να μη χρειάζεται να συντηρεί ένα μόρφωμα το οποίο αναγνωρίζει μόνο η ίδια ή και μερικές άλλες χώρες. Για την ίδια η κατάσταση είναι win win.

Οι απολύτως χαμένοι είναι οι Ελληνοκύπριοι και βέβαια η πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων, η οποία δεν έχει τη δύναμη να παίξει οικονομικά στο παιχνίδι της Αγκυρας.

Ποτέ όμως προηγουμένως, και αυτό είναι η ουσία, συνομιλίες για το Κυπριακό δεν άρχισαν – εάν αρχίσουν κιόλας τελικά – υπό τόσο τραγικές για τους Ελληνοκύπριους συνθήκες όσο σήμερα. Και σίγουρα για αυτό υπάρχουν ευθύνες τεράστιες και στην ελληνοκυπριακή πλευρά.

Του Κώστα Κωνσταντίνου από Τα Νέα