Οι πετυχημένες κυβερνήσεις σε χώρες με ισχυρό δικομματικό σύστημα σπανίως είναι κυβερνήσεις συνεργασίας. Οι οπαδοί των αυτοδύναμων σχημάτων θεωρούν πως αυτά προσφέρουν τη μεγίστη πολιτική σταθερότητα και μιλούν για την ευχέρεια που έχει ένα κόμμα να υλοποιήσει το πρόγραμμά του και να κριθεί γι’ αυτό, χωρίς παρεμβολές.
Στις δύσκολες ελληνικές στιγμές, πάντως, οι κυβερνήσεις συνεργασίας ήταν η λύση που κράτησε τη χώρα στα πόδια της: η αβεβαιότητα των πρώτων μηνών μετά την πτώση της δικτατορίας, το τέλος της ακραίας πόλωσης της δεκαετίας του ‘80 και τα αδιέξοδα της οικονομικής κρίσης του 2010 ξεπεράστηκαν όλα με μεγάλες, υπερβατικές συνεργασίες. Δεν βρισκόμαστε σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή, όμως η απλή αναλογική και το κλιμακωτό εκλογικό σύστημα που ψήφισε η ΝΔ (και δεν προβλέπει το γνώριμο μπόνους των 50 εδρών για το πρώτο κόμμα) βάζει πάλι στο παιχνίδι τη συζήτηση για τις συνεργασίες. Το Μέγαρο Μαξίμου εμφανίζεται βέβαιο πως η κυβέρνηση που θα σχηματιστεί έπειτα από δύο εκλογικές αναμετρήσεις (καίγοντας την απλή αναλογική) θα είναι μόνο γαλάζια.
Στην αντιπολίτευση, από την άλλη, γνωρίζουν πως δημοσκοπικά ο μόνος τρόπος να βρεθούν στην εξουσία είναι μέσω των συνεργασιών. Για τον ΣΥΡΙΖΑ, που προκρίνει ένα σχήμα «προοδευτικής διακυβέρνησης» με κορμό το κόμμα, η επιλογή είναι μονόδρομος: ακόμα και την πιο δυνατή του εκλογική στιγμή, τον Ιανουάριο του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να κερδίσει την αυτοδυναμία. Στο ΚΙΝΑΛ, από την άλλη, το ενδεχόμενο συνεργασιών με τη μια ή την άλλη πλευρά ξυπνάει μνήμες δύσκολων εποχών, καθώς θεωρείται ευρέως εντός του κόμματος πως η συνεργασία με τη ΝΔ ήταν το τελικό καρφί στα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ – από αυτή την πτώση προσπαθούν ακόμα να ανακάμψουν.
Σε αντίθεση με την κοινή γνώμη του Σεπτεμβρίου του 2015, που προτιμούσε τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνεργασίας αντί μιας παρατεταμένης εκλογικής περιόδου (είχε προηγηθεί το καλοκαίρι του δημοψηφίσματος), τρεις έρευνες μέχρι τώρα δείχνουν πως προτιμούνται οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Το ενδιαφέρον είναι ότι η δεύτερη επιλογή μετά την αυτοδυναμία της ΝΔ (Marc) είναι η συνεργασία ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και στο ΚΙΝΑΛ – επιλογή που προέρχεται κυρίως από ψηφοφόρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς για τους κεντροαριστερούς ψηφοφόρους η συνεργασία Χαριλάου Τρικούπη και Κουμουνδούρου εξακολουθεί να είναι μειοψηφικό σενάριο. Χαμηλά σκοράρει και η τεχνοκρατική λύση, καθώς οι πολίτες προτιμούν πολιτικές λύσεις όταν δεν υπάρχει ανάγκη.
Στο τέλος, πάντως, όλα θα κριθούν στο αποτέλεσμα. Αν η ΝΔ επιβεβαιώσει τις δημοσκοπήσεις και τις προβλέψεις των στελεχών της, τότε η αυτοδυναμία είναι εφικτή. Σε κάθε περίπτωση, για να σχηματιστεί κυβέρνηση χωρίς το πρώτο κόμμα, θα πρέπει (εκτός της πρόθεσης των ηγεσιών της αντιπολίτευσης) να βγαίνουν οι αριθμοί – δηλαδή τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το ΚΙΝΑΛ να πετύχουν ποσοστά τέτοια που να επιτρέπουν αριθμητικά να γίνει μια τέτοιου είδους συζήτηση. Η άνοδος του ενός, όμως, εδώ και δέκα χρόνια εξαρτάται από την πτώση του άλλου – επομένως και η επιτυχία του. Αναπόφευκτα, ακόμα κι αν κρύβεται πίσω από τις επιθέσεις προς την πλευρά της κυβέρνησης, η μάχη για την επικράτηση στον προοδευτικό χώρο συνεχίζει. Και στο ΚΙΝΑΛ, που ως τρίτος πόλος στον χώρο του Κέντρου λειτουργεί ρυθμιστικά, θέλουν να διεκδικήσουν τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Βασική προϋπόθεση, δε, για την επομένη της κάλπης είναι πως δεν θα λειτουργήσει ως «νέος Καμμένος».
της Μυρτώς Λιαλιούτη, από τα Νέα