Το Covid-19 είναι απίθανο να διαταράξει το διεθνές σύστημα, καθώς δεν είναι μια επανάσταση συγκρίσιμη για παράδειγμα με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η πανδημία και η επακόλουθη οικονομική ύφεση στη Δύση θα έχουν ωστόσο τρεις σημαντικές επιπτώσεις σε στρατιωτικό, βιομηχανικό και πολιτικό-στρατηγικό επίπεδο.

Οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική ορθώς επενδύουν τεράστιους πόρους για την αντιμετώπιση τόσο της έκτακτης ανάγκης για την υγεία όσο και, σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, των κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων της καραντίνας. Αυτό θα σημαίνει μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στο άμεσο μέλλον, και αργότερα περικοπές στις κυβερνητικές δαπάνες για να καλυφθούν.
Κατά συνέπεια, οι αμυντικοί προϋπολογισμοί ενδέχεται να μειωθούν. Ανάλογα με το μέγεθος και το χρονοδιάγραμμα των περικοπών, οι στρατιωτικές δυνατότητες των χωρών του ΝΑΤΟ – ιδίως στη Δυτική Ευρώπη όπου η αντίληψη των εξωτερικών απειλών είναι σχετικά χαμηλή – θα καταστραφούν σε λίγο ή πολύ σημαντικό βαθμό. Επιπλέον, μετά την πανδημία, οι συμμαχικές ένοπλες δυνάμεις θα μπορούσαν να δουν την επέκταση των καθηκόντων τους ακριβώς προς το πεδίο της άμυνας έναντι της βιολογικής απειλής, επομένως πρέπει να κάνουν περισσότερα με λιγότερα.
Από την άλλη πλευρά, οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας και της Κίνας, που προσδιορίζονται από το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τις ΗΠΑ, με προφανώς διαφορετικούς τόνους, ως στρατηγικοί ανταγωνιστές – αν όχι αντίπαλοι – δεν θα επηρεαστούν. Επιπλέον, το διεθνές πλαίσιο θα είναι λιγότερο σταθερό και λιγότερο ασφαλές μόλις περάσει το κύμα Covid-19, και δεν θα απαιτούσε περικοπές αλλά μάλλον επανέναρξη της ιταλικής και ευρωπαϊκής ικανότητας να εγγυηθεί την ασφάλειά του.

Μια ασθενέστερη ευρωπαϊκή βιομηχανία

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΝΤ, το 2020 το συνολικό ΑΕγχΠ της ΕΕ θα μειωθεί κατά 6,1%, μείωση παρόμοια με εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών (-5,9%) και της Μεγάλης Βρετανίας (-6,5%) που συγκρούεται με 1,2% πρόβλεψη ανάπτυξης για την Κίνα.
Στη γενική ευρωατλαντική ύφεση, η αεροδιαστημική, η ασφάλεια και η αμυντική βιομηχανία θα υποφέρουν επίσης. Πρώτον, λόγω της δραστικής μείωσης των παραγγελιών από τις αεροπορικές εταιρείες που βρίσκονται σε κρίση σήμερα. Ο βιομηχανικός τομέας θα υποστεί επίσης επιβράδυνση της παραγωγής λόγω της καραντίνας, πιθανών κρίσεων σε συνδεδεμένες εταιρείες – ειδικά στις μικρότερες – και της κατάρρευσης των τιμών του χρηματιστηρίου που θα μειώσουν το περιθώριο χρηματοοικονομικών ελιγμών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καταφύγουν σε ισχυρά μέτρα στήριξης για τη βιομηχανία τους στον τομέα. Η στοχοθετημένη υποστήριξη είναι επίσης απαραίτητη στην Ευρώπη, όπου οι εθνικές βιομηχανίες αποτελούν μέρος ενός αρθρωτού ευρωπαϊκού δικτύου συνεργασίας και προμηθειών, ιδίως στους τομείς της αεροναυτικής, της ναυτικής, του διαστήματος, των ελικοπτέρων και των πυραύλων. Ωστόσο, πρόκειται για μια δύσκολη δράση για μια Ένωση στην οποία η πολιτική βιομηχανικής άμυνας απαιτεί εποικοδομητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
 

Η πρόκληση για την ασφάλεια της ΕΕ και της Ευρώπης

Η πανδημία θα έχει πιο σοβαρές και διαρκείς πολιτικές-στρατηγικές επιπτώσεις στην ΕΕ. Στο άμεσο μέλλον, κινδυνεύει μια θεμελιώδης πρωτοβουλία για την ευρωπαϊκή άμυνα, όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας. Η προγραμματισμένη κατανομή της ύψους 13 δισεκατομμυρίων ευρώ θα μπορούσε να μειωθεί εάν η ΕΕ δεν διαθέσει επαρκείς νέους πόρους για να αντιμετωπίσει τον κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας. Μια πιθανή περικοπή του ΕΤΑ θα άρει την τεχνολογική και παραγωγική δυναμική από έναν τομέα υψηλής τεχνολογίας, ο οποίος απασχολεί ειδικευμένους εργαζόμενους και είναι η κινητήρια δύναμη για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές. Πάνω απ ‘όλα, ένας τομέας ζωτικής σημασίας για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία στον τομέα της διεθνούς ασφάλειας. Σε συνδυασμό με τις περικοπές του εθνικού προϋπολογισμού, η μείωση του ΕΤΑ θα εξασθενίσει επίσης τη Μόνιμη Δομημένη Συνεργασία (PeSCo), που ξεκίνησε από 25 κράτη μέλη για την από κοινού ανάπτυξη στρατιωτικών δυνατοτήτων – ανάπτυξη που σίγουρα δεν θα συμβεί χωρίς κόστος.
Πέρα από το EDF και το PeSCo, είναι όλη η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που έχει «νοσήσει με πνευμονία» από το Covid-19. Για εβδομάδες, η αντίδραση της ΕΕ (θεσμικά όργανα και κράτη μέλη) ήταν χλιαρή , προκαλώντας μια κρίση συναίνεσης σε αρκετές χώρες, ξεκινώντας από την Ιταλία, όπου σύμφωνα με την τελευταία έρευνα για τα Demos, το 70% των ερωτηθέντων έχουν λίγο (21% ή καθόλου (49%) εμπιστοσύνη στην Ένωση.
Εάν η ΕΕ δεν παράσχει επαρκείς απαντήσεις ενόψει της συνεχιζόμενης ύφεσης, η κοινωνικοοικονομική κρίση θα μετατραπεί σε ισχυρότερο πολιτικό πρόβλημα για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση: στην περίπτωση αυτή η ΕΕ «θα ανεβάσει υψηλότερο πυρετό» από αυτόν της κακής απόδοσης της Ένωσης στις κρίσεις του μεταναστευτικού και της οικονομίας. Υπό αυτήν την έννοια, η πανδημία δεν θα αλλάξει, αλλά θα επιταχύνει μια τάση, που έχει δυστυχώς ήδη ξεκινήσει.
Σε αυτό το σενάριο θα υπάρχει κίνδυνος όχι μόνο σε επίπεδο πολιτικής, αλλά και σε επίπεδο στρατηγικής και ασφάλειας. Πράγματι, μια παρακμάζουσα Ένωση θα ήταν λιγότερο ικανή να διασφαλίσει την σταθερότητα και την ειρήνη που η Ευρώπη απολαμβάνει για 75 χρόνια. Τα μεμονωμένα ευρωπαϊκά κράτη θα ήταν πιο αδύναμα απέναντι σε προκλήσεις για την εθνική τους ασφάλεια, σε έναν κόσμο που διέπεται από παιχνίδια εξουσίας, και θα μπουν στον πειρασμό να πορευθούν μόνα τους παρά να αντιμετωπίσουν μαζί τις κοινές απειλές με στόχο τα κοινά συμφέροντα. Δυστυχώς πρόκειται για ένα επαναλαμβανόμενο σενάριο στην ιστορία της Ευρώπης, το οποίο θα μπορούσε να αναπαραχθεί ως συνέπεια της πανδημίας για τη διεθνή ασφάλεια – και το οποίο πρέπει να αποφευχθεί παση θυσία.

*Στράτος Γεραγώτης, Διδάκτωρ Παν/μιου των Βρυξελλών, τ. Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Παν/μιο της Pavia της Ιταλίας