Τον Ιούλιο του 2020, η Ευρώπη βίωσε μία από τις πιο σκληρές διαπραγματεύσεις στην ιστορία της.
Επί 90 και πλέον ώρες, από τις 17 έως τις 21 Ιουλίου, οι ηγέτες των κρατών-μελών αναζητούσαν συμβιβασμό για το Ταμείο Ανάκαμψης. Η σύγκρουση ανάμεσα στις χώρες του Νότου και τις λεγόμενες «φειδωλές» του Βορρά έμοιαζε αξεπέραστη. Κι όμως, η συμφωνία επετεύχθη και η Ελλάδα εξασφάλισε το μεγαλύτερο, αναλογικά, πακέτο χρηματοδότησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σχεδόν 36 δισ. ευρώ.
Λίγους μήνες αργότερα, όταν ξεκινούσε η υλοποίηση του σχεδίου «Ελλάδα 2.0», οι Κασσάνδρες προέβλεπαν ότι οι ευρωπαϊκές δόσεις θα «πάγωναν», ότι η χώρα δεν θα πετύχαινε τα απαιτητικά ορόσημα και ότι τα χρήματα θα έμεναν αναξιοποίητα. Έξι χρόνια μετά εκείνη την ιστορική διαπραγμάτευση και λίγες εβδομάδες πριν από την ολοκλήρωση του προγράμματος στις 31 Αυγούστου 2026, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η Ελλάδα άντλησε σχεδόν το σύνολο των διαθέσιμων πόρων και συγκαταλέγεται στις χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις στην υλοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Παρά ταύτα, η αντιπολίτευση εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι τα χρήματα κατέληξαν στους λίγους και ισχυρούς. Η κριτική αυτή αγνοεί τη συνολική εικόνα. Είναι γεγονός ότι σημαντικές παραγωγικές επενδύσεις υλοποιήθηκαν από μεγάλες επιχειρήσεις. Αυτό, άλλωστε, ήταν ο σκοπός του δανειακού σκέλους, ώστε να κινητοποιηθούν πολλαπλάσιες ιδιωτικές επενδύσεις και να δημιουργηθούν νέες παραγωγικές δυνατότητες για τη χώρα.
Το μεγαλύτερο, όμως, αποτύπωμα του Ταμείου βρίσκεται στην καθημερινότητα των πολιτών. Ανακαινίζονται 80 δημόσια νοσοκομεία και 146 Κέντρα Υγείας. Σχεδόν έξι εκατομμύρια δωρεάν προληπτικές εξετάσεις πραγματοποιήθηκαν μέσω του προγράμματος «Προλαμβάνω», οδηγώντας εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες σε έγκαιρη διάγνωση. Περισσότερα από 90.000 νοικοκυριά αναβάθμισαν ενεργειακά τις κατοικίες τους μέσω του «Εξοικονομώ», ενώ περίπου 15.000 νέοι απέκτησαν το πρώτο τους σπίτι μέσα από το πρόγραμμα «Σπίτι μου».
Στην Παιδεία εγκαταστάθηκαν σχεδόν 40.000 διαδραστικοί πίνακες, διανεμήθηκαν περισσότερα από 177.000 σετ εκπαιδευτικής ρομποτικής και εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές, φοιτητές και εκπαιδευτικοί απέκτησαν ψηφιακό εξοπλισμό. Παράλληλα, περισσότερες από 90.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις ενισχύθηκαν για τον ψηφιακό τους εκσυγχρονισμό και χιλιάδες ακόμη απέκτησαν πρόσβαση σε χρηματοδότηση για επενδύσεις που υπό άλλες συνθήκες δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν.
Την ίδια ώρα, το ψηφιακό κράτος απέκτησε περισσότερες από 2.200 νέες ηλεκτρονικές υπηρεσίες, οι συναλλαγές μέσω του gov.gr ξεπέρασαν τα 2,7 δισεκατομμύρια, προχωρούν έργα οδικής ασφάλειας, ενεργειακές διασυνδέσεις, τηλεϊατρική, πολιτική προστασία, οπτικές ίνες και σημαντικές παρεμβάσεις για τα άτομα με αναπηρία. Δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι όλα αυτά αφορούν μια στενή οικονομική ελίτ.
Φυσικά, κάθε τόσο μεγάλο πρόγραμμα επιδέχεται κριτικής. Υπήρξαν αναθεωρήσεις, καθυστερήσεις και έργα που μεταφέρθηκαν σε άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία. Η κριτική αυτή είναι θεμιτή. Δεν μπορεί όμως να ακυρώνει το προφανές. Ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης άφησαν πίσω τους ένα εκτεταμένο δίκτυο κοινωνικών, αναπτυξιακών και θεσμικών παρεμβάσεων που αγγίζει σχεδόν κάθε ελληνική οικογένεια.
Η συγκυρία έχει και έναν ισχυρό συμβολισμό. Τον Ιούλιο του 2020, μετά από μια εξαντλητική ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση τεσσάρων ημερών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συμμετείχε στη συμφωνία που εξασφάλισε για την Ελλάδα σχεδόν 36 δισ. ευρώ. Πέντε χρόνια νωρίτερα, επίσης Ιούλιο, η περίφημη 17ωρη διαπραγμάτευση του Αλέξη Τσίπρα κατέληξε σε έναν έρπη για τον Αλέξη και σε ένα αχρείαστο και ιδιαίτερα επιβαρυντικό για την ελληνική οικονομία, τρίτο μνημόνιο. Όσο κι αν ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί σήμερα να επαναδιατυπώσει την αφήγηση εκείνης της περιόδου, η Ιστορία έχει ήδη καταγράψει τα αποτελέσματα. Και στην πολιτική, όπως και στην οικονομία, τα αποτελέσματα είναι πάντοτε πιο ισχυρά από τα συνθήματα.