Ο Ρώσος πρόεδρος φέρεται να συνδέει πλέον την έκβαση του πολέμου με την προσωπική και πολιτική του επιβίωση, ενώ εξετάζεται η αποστολή έως 400.000 επιπλέον ανδρών στο μέτωπο.
Σε περαιτέρω κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία φαίνεται να προσανατολίζεται ο Βλαντίμιρ Πούτιν, καθώς το παρατεταμένο στρατιωτικό αδιέξοδο, οι μεγάλες απώλειες και η αυξανόμενη πίεση στο εσωτερικό της Ρωσίας περιορίζουν τις επιλογές του Κρεμλίνου.
Σύμφωνα με τον Economist, πηγές κοντά στη ρωσική ηγεσία εκτιμούν ότι ο Πούτιν έχει επιλέξει την κλιμάκωση έπειτα από εβδομάδες διαβουλεύσεων. Στο επίκεντρο της απόφασής του βρίσκεται, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, η πεποίθηση ότι μια υποχώρηση χωρίς την επίτευξη των βασικών πολεμικών στόχων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ακόμη και την προσωπική του ασφάλεια.
«Θα με κρεμάσουν»
Η ανησυχία του Ρώσου προέδρου αποτυπώνεται σε μια φράση που φέρεται να είχε χρησιμοποιήσει μιλώντας σε ανθρώπους του στενού του κύκλου. «Θα με κρεμάσουν», φέρεται να είπε κάποια στιγμή στη διάρκεια του πολέμου, χωρίς να διευκρινίζεται πότε ακριβώς έγινε η συγκεκριμένη συζήτηση.
Κατά τον Economist, ο Πούτιν θεωρεί ότι η ολοκλήρωση του πολέμου χωρίς την επίτευξη έστω του ελάχιστου στόχου που έχει θέσει το Κρεμλίνο, δηλαδή την κατάληψη ολόκληρου του Ντονμπάς, θα μπορούσε να ερμηνευθεί στο εσωτερικό του ρωσικού συστήματος εξουσίας ως ήττα και ένδειξη αδυναμίας.
Η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το βρετανικό περιοδικό, εντείνεται η απαισιοδοξία στους κόλπους της ρωσικής ελίτ. Στελέχη του συστήματος εμφανίζονται προβληματισμένα κυρίως από τη διάρκεια του πολέμου, καθώς σχεδόν πέντε χρόνια συγκρούσεων χωρίς αποφασιστική έκβαση έχουν καταναλώσει οικονομικούς πόρους και πολιτικό κεφάλαιο.
Η πίεση στο εσωτερικό της Ρωσίας
Παράλληλα, εμφανίζονται ενδείξεις κόπωσης και στη ρωσική κοινωνία. Σύμφωνα με στοιχεία του ανεξάρτητου Levada Center που επικαλείται ο Economist, το 57% των Ρώσων χαρακτηρίζει την κατάσταση στη χώρα «τεταμένη», με τον πόλεμο, τις ανθρώπινες απώλειες, τον φόβο επιστράτευσης και την απουσία σαφούς προοπτικής να συγκαταλέγονται στις αιτίες της ανησυχίας.
Το Κρεμλίνο εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικούς οικονομικούς πόρους και έναν ισχυρό μηχανισμό καταστολής, γεγονός που του επιτρέπει να συνεχίζει τον πόλεμο. Η στασιμότητα στο μέτωπο, όμως, δημιουργεί ένα πολιτικό πρόβλημα για τη ρωσική ηγεσία, καθώς παρατείνει μια σύγκρουση της οποίας η έκβαση έχει συνδεθεί σε μεγάλο βαθμό με το κύρος του ίδιου του Πούτιν.
Έως 400.000 επιπλέον άνδρες στο μέτωπο
Η επόμενη φάση της κλιμάκωσης θα μπορούσε να περιλαμβάνει σημαντική ενίσχυση των ρωσικών δυνάμεων στην Ουκρανία. Ρωσικές πηγές αναφέρουν ότι ο Πούτιν είναι έτοιμος να στείλει ακόμη 300.000 έως 400.000 άνδρες στο μέτωπο.
Το Κρεμλίνο ενδέχεται να αποφύγει την ανακοίνωση νέας γενικής επιστράτευσης, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις. Αντί γι' αυτό, η κάλυψη των αναγκών του στρατού εκτιμάται ότι θα επιχειρηθεί μέσω των περιφερειακών κυβερνήσεων, οι οποίες θα αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της πίεσης για νέες στρατολογήσεις.
Η ανάγκη για νέες δυνάμεις συνδέεται με το αυξανόμενο πρόβλημα ανθρώπινου δυναμικού που αντιμετωπίζει η Μόσχα. Σύμφωνα με δυτικές εκτιμήσεις που μεταφέρει ο Economist, η Ρωσία χάνει περίπου 6.000 περισσότερους στρατιώτες κάθε μήνα από όσους καταφέρνει να στρατολογήσει, παρά το γεγονός ότι οι νέες στρατολογήσεις υπολογίζονται περίπου στις 1.000 ημερησίως.
Φόβοι στη Δύση για υβριδικές επιθέσεις
Η κλιμάκωση ενδέχεται να ξεπεράσει τα ουκρανικά σύνορα σε επίπεδο υβριδικών επιχειρήσεων. Δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών εξετάζουν το ενδεχόμενο η Ρωσία να εντείνει τις δολιοφθορές και τις υβριδικές επιθέσεις εναντίον χωρών που υποστηρίζουν το Κίεβο, με ιδιαίτερη έμφαση στις ευρωπαϊκές γραμμές ανεφοδιασμού και στις εγκαταστάσεις που συνδέονται με την παραγωγή στρατιωτικού υλικού για την Ουκρανία.
Οι ίδιες εκτιμήσεις δεν θεωρούν πιθανή σε αυτή τη φάση μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση Ρωσίας και ΝΑΤΟ. Η ανησυχία επικεντρώνεται περισσότερο σε επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να αυξήσουν το κόστος της δυτικής υποστήριξης προς το Κίεβο χωρίς να οδηγήσουν αυτομάτως σε ανοιχτή πολεμική αντιπαράθεση.
Η εικόνα που περιγράφεται από τον Economist παραπέμπει έτσι σε έναν Ρώσο πρόεδρο που βλέπει ολοένα και στενότερα περιθώρια υποχώρησης. Καθώς η στρατιωτική έκβαση του πολέμου συνδέεται με τη συνοχή του συστήματος εξουσίας που έχει οικοδομήσει, η κλιμάκωση μετατρέπεται για το Κρεμλίνο σε μέσο διατήρησης της ισχύος και αποφυγής μιας ήττας που θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτες συνέπειες στο εσωτερικό της Ρωσίας.