Ο Νίκος Ανδρουλάκης ανεβάζει τον πήχη, μοιράζει «μεταγραφές» και υπόσχεται πολιτική αλλαγή, αλλά οι μεγάλες διακηρύξεις ζητούν και πειστικές απαντήσεις.
Ο «θυμωμένος» Νίκος Ανδρουλάκης εμφανίστηκε ξανά σε ρόλο αρχηγού που θέλει να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ήδη σε τροχιά επιστροφής, με σημαία τις 120 δόσεις, όχημα τις «μεταγραφές» και τελικό προορισμό την πρωτιά, μόνο που ανάμεσα στη δήλωση πολιτικής φιλοδοξίας και στην πραγματικότητα υπάρχει πάντα εκείνη η μικρή, ενοχλητική λεπτομέρεια που λέγεται πολιτική πειστικότητα.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επιμένει ότι ο στόχος είναι η πρωτιά και αποκλείει κάθε άλλο σενάριο, ενώ παράλληλα επιχειρεί να παρουσιάσει τις 120 δόσεις και το πρόγραμμα του κόμματος ως στοιχεία πολιτικής υπεροχής. Την ίδια στιγμή, οι «μεταγραφές» συνεχίζονται, με τον Ανδρουλάκη να θέτει μάλιστα και «αξιακούς όρους» για όσους προσχωρούν στο ΠΑΣΟΚ.
Υπάρχει κάτι σχεδόν… μαθηματικό στον πολιτικό λόγο του Νίκου Ανδρουλάκη. Ποσοστά, δόσεις, επιτόκια, πρωτιές, «πολιτική αλλαγή», μεταγραφές και μια διαρκής υπενθύμιση ότι το ΠΑΣΟΚ έχει πρόγραμμα, σχέδιο, όραμα και –όπως ο ίδιος διαβεβαιώνει– πολιτικό προσωπικό χωρίς εξαρτήσεις. Το μόνο που φαίνεται να περισσεύει από την εξίσωση είναι η απλή ερώτηση: πόσο μακριά βρίσκεται τελικά η πολιτική διακήρυξη από την πολιτική της αποδοχή;
Η πρωτιά ως μόνιμη επωδός
Ο Ανδρουλάκης θέλει να κάνει σαφές ότι δεν ενδιαφέρεται για δεύτερους ρόλους. Λογικό για έναν αρχηγό κόμματος. Μόνο που η συνεχής επανάληψη του «ή πρώτοι ή τίποτα» μοιάζει περισσότερο με πολιτικό σύνθημα αυτοπεποίθησης παρά με απάντηση στο πώς ακριβώς θα μετατραπεί η φιλοδοξία σε πλειοψηφικό ρεύμα. «Πρώτοι» λέει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και μαζί του πρέπει να ακολουθεί και η υπόσχεση της διακυβέρνησης. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο ποιος θέλει την πρωτιά. Είναι ποιος καταφέρνει να πείσει ότι μπορεί να τη διεκδικήσει με τρόπο που να υπερβαίνει τον κομματικό πυρήνα.
Οι 120 δόσεις και το πολιτικό… Excel
Στο θέμα των 120 δόσεων ο Ανδρουλάκης εμφανίζεται ιδιαίτερα βέβαιος για τη δική του εκδοχή: επιτόκιο 3%, διεύρυνση της ρύθμισης και πρόσθετες ελαφρύνσεις για όσους δυσκολεύονται. Η πολιτική ουσία της πρότασης μπορεί να συζητηθεί. Η παραπολιτική λεπτομέρεια, όμως, βρίσκεται αλλού: ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ έχει μετατρέψει τη ρύθμιση σε ακόμη ένα πεδίο απόδειξης ότι «εμείς το είχαμε πει πρώτοι». Και κάπου εδώ η πολιτική αντιπαράθεση κινδυνεύει να γίνει διαγωνισμός κατοχύρωσης πνευματικών δικαιωμάτων πάνω σε μια κοινωνική ανάγκη.
Γιατί η πολιτική δεν είναι πατέντα ιδεών. Είναι η ικανότητα να εξηγείς με ακρίβεια τι προτείνεις, ποιον αφορά, πόσο κοστίζει και τι αποτέλεσμα περιμένεις. Το «εμείς το είχαμε πει» μπορεί να λειτουργεί ως κομματικό επιχείρημα. Δεν αρκεί όμως από μόνο του για να γίνει κυβερνητικό αφήγημα.
Μεταγραφές με… πιστοποιητικό ηθικής
Και μετά έρχονται οι μεταγραφές. Ο Ανδρουλάκης λέει ότι δεν υπάρχει «λευκή επιταγή» και ότι όσοι έρχονται στο ΠΑΣΟΚ πρέπει να πληρούν συγκεκριμένα αξιακά κριτήρια. Μάλιστα, μιλά για ανθρώπους που δεν πρέπει να έχουν πληγώσει τον ελληνικό λαό ή υπονομεύσει το δημόσιο συμφέρον.
Εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα πολιτική αντίφαση. Όταν ένα κόμμα επιχειρεί διεύρυνση, χρειάζεται αριθμούς και πρόσωπα. Όταν όμως η διεύρυνση συνοδεύεται από ένα τόσο αυστηρό «πιστοποιητικό καταλληλότητας», δημιουργείται αυτομάτως η απορία ποιος ακριβώς είναι ο αξιολογητής και με ποια κριτήρια. Και κυρίως, αν η πολιτική επιστροφή ή προσχώρηση ενός προσώπου είναι αποτέλεσμα μιας νέας συλλογικής πορείας ή απλώς άλλη μία φωτογραφία διεύρυνσης για το κομματικό άλμπουμ.
Ο «θυμός» ως πολιτικό εργαλείο
Ο Ανδρουλάκης εμφανίζεται τελευταία με μεγαλύτερη ένταση. Οι απαντήσεις είναι πιο απόλυτες, οι διατυπώσεις πιο σκληρές και το μήνυμα πιο καθαρό: πολιτική αλλαγή και πρωτιά.
Μόνο που ο θυμός, όσο χρήσιμος κι αν είναι ως πολιτικό καύσιμο, δεν αποτελεί από μόνος του πολιτικό σχέδιο. Μπορεί να δώσει ένταση στην αντιπαράθεση, μπορεί να συσπειρώσει το κομματικό ακροατήριο, μπορεί ακόμη να δημιουργήσει την εικόνα ενός αρχηγού που «δεν μασάει». Δεν απαντά όμως στο δυσκολότερο ερώτημα: τι ακριβώς είναι αυτό που θέλει να αλλάξει ο Ανδρουλάκης και γιατί ο ψηφοφόρος που δεν ανήκει ήδη στο ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να θεωρήσει ότι η συγκεκριμένη πρόταση αφορά και τον ίδιο.
Από το «έχουμε πρόγραμμα» στο «μας εμπιστεύονται»
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Ανδρουλάκης, όταν ρωτήθηκε γιατί το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη δημοσκοπική δυναμική, επέμεινε ότι το κόμμα έχει πρόγραμμα, σχέδιο, όραμα και πολιτικό προσωπικό.
Μόνο που εδώ βρίσκεται ίσως ο πυρήνας της υπόθεσης. Ένα κόμμα δεν αξιολογείται μόνο από το αν διαθέτει πρόγραμμα. Αξιολογείται και από το αν το πρόγραμμα γίνεται κατανοητό, συγκεκριμένο και πειστικό έξω από τα όρια της κομματικής του βάσης. Το ίδιο ισχύει και για τις μεταγραφές: άλλο η επικοινωνιακή ανακοίνωση ενός νέου προσώπου και άλλο η δημιουργία πολιτικού ρεύματος γύρω από μια διαφορετική πρόταση εξουσίας.
Ο «θυμωμένος» Ανδρουλάκης, λοιπόν, ανεβάζει την ένταση, βάζει τον πήχη στην κορυφή και επιμένει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν συζητά τίποτε λιγότερο από την πρωτιά. Το δύσκολο μέρος αρχίζει όμως εκεί όπου τελειώνουν οι μεγάλες φράσεις: στην πειθώ, στη λεπτομέρεια, στη συνέπεια και –κυρίως– στην ικανότητα να μετατρέπεται η πολιτική αυτοπεποίθηση σε κοινωνική αποδοχή.
Η αντίφαση του ΠΑΣΟΚ
Και κάπως έτσι, ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχειρεί να δώσει στο ΠΑΣΟΚ αέρα κόμματος που βρίσκεται ήδη σε τροχιά εξουσίας. Από τις 120 δόσεις μέχρι τις μεταγραφές και από το «δεν υπάρχει λευκή επιταγή» μέχρι το «ή πρώτοι ή τίποτα», η Χαριλάου Τρικούπη ανεβάζει τον πήχη. Το ζητούμενο πλέον είναι αν αυτή η πολιτική ένταση μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική κοινωνική δυναμική ή αν θα παραμείνει κυρίως ένας πιο θορυβώδης τρόπος να περιγράφεται η ίδια διεκδίκηση.