Με αφορμή το φιλμ «Reagan» που προβάλλει το Netflix μια διαπίστωση για όσους δεν σκέφτονται μέσα σε «κουτάκια».
Με μεγάλη ευκολία βαπτίζουμε «συντηρητικό» ό,τι αρνούμαστε να κατανοήσουμε, ή αδυνατούμε να παραδεχθούμε ως κατ’ εξοχήν «προοδευτικό», βάζοντας ταμπέλες σε πρόσωπα και ιδέες προκειμένου να απλουστεύσουμε την πραγματικότητα. Έτσι, ή κάπως έτσι, η «πακεταρισμένη» σκέψη χρησιμοποιείται εναντίον του πραγματισμού που εξ αντικειμένου δίνει τις λύσεις στα προβλήματα.
Αυτός είναι και ο λόγος, ή τέλος πάντων ένας από τους λόγους που δεν κυκλοφόρησε ποτέ στην Ελλάδα η βιογραφία του Ρόναλντ Ρίγκαν (ενώ κυκλοφορούν τα βιβλία του ζεύγους Ομπάμα και πολλών αριστερών «αγίων», π.χ. Τσε Γκεβάρα) «Reagan: His Life and Legend», ένα βιβλίο 800 σελίδων που έγραψε ο γνωστός πολιτικός αναλυτής και ιστορικός Max Boot.
Αλλά, για να επιστρέψουμε στο θέμα, η χρησιμοποίηση των όρων «συντηρητικός» και η κατανομή τους (π.χ. Μητσοτάκης) και «προοδευτικός» (π.χ.Τσίπρας) διακρίνονται για την έλλειψη ιστορικού βάθους. Πολλές αποφάσεις του Ρόναλντ Ρίγκαν, για παράδειγμα, είχαν αποτελέσματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ριζοσπαστικά ή ανατρεπτικά για την εποχή τους, ανεξάρτητα από την ιδεολογική φόρτιση και αφετηρία τους. Μόνο όταν και εφόσον απαλλαχθούμε από τα στερεότυπα, θα διαπιστώσουμε ότι η πρόοδος και η συντήρηση δεν είναι ασύμβατες έννοιες, αλλά συχνά αλληλοσυμπληρώνονται στην ιστορική εξέλιξή τους.
Και εκεί έγκειται η σημασία που είχε για την αμερικανική κοινωνία αλλά και τις ευρωπαϊκές δεξαμενές πολιτικής σκέψης το φιλελεύθερο «πείραμα» του Ρόναλντ Ρίγκαν, από το οποίο εκ του αποτελέσματος ωφελήθηκε η μεσαία τάξη σημαντικά μέσω της ραγδαίας μείωσης του πληθωρισμού, της εκτενούς δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και της αύξησης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Η στάση που με συνέπεια υπηρέτησε ο Ρόναλντ Ρίγκαν δείχνει ότι η κριτική απέναντι στη γραφειοκρατία δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο καμίας παράταξης. Ήταν μια βαθιά ιδεολογική θέση που έβλεπε τον πολίτη ως κυρίαρχο και το κράτος ως έναν αναγκαίο, αλλά επικίνδυνο, διαχειριστή. Αυτή ήταν και η φιλοσοφία του πάνω στην οποία έχτισε το πολιτικό αφήγημά του για τη μείωση των φόρων και την αύξηση του εισοδήματος των πολιτών. Και προκειμένου να επιτύχει τον στόχο αυτόν προσέγγισε τη λύση των προβλημάτων πέρα από τις παραδοσιακές ταμπέλες «αριστερά»- «δεξιά».
Προτού, όμως, φθάσει στο αποτέλεσμα, δημιούργησε ένα πλαίσιο εντός του οποίου άσκησε την αντι-γραφειοκρατική ρητορική του με βασικό μήνυμα: Το κράτος είναι υπηρέτης του φορολογούμενου πολίτη με το περίφημο: We the people. Είναι αυτό που και σήμερα παραμένει ζητούμενο για πολλές κυβερνήσεις ως προς το διαχειριστικό μέρος της σχέσης του κεντρικού κράτους με την ατομική πρωτοβουλία που είναι ετεροβαρής και πάντα σε βάρος της ελεύθερης βούλησης.
Με όπλο το χάρισμα που διέκρινε τον χαρακτήρα του, καθώς και τη σκηνική παρουσία του, χρησιμοποιούσε συχνά το χιούμορ για να αποδομήσει τον κρατισμό, όπως συχνά στις ομιλίες του επαναλάμβανε τη φράση: «Οι εννέα πιο τρομακτικές λέξεις –στα αγγλικά– είναι: Είμαι από την κυβέρνηση και ήρθα να βοηθήσω».
Στην πράξη, αυτή η μάχη κατά του κράτους είχε διπλή ανάγνωση, γεγονός που δείχνει πόσο περίπλοκη είναι η πραγματικότητα. Μείωσε τους φορολογικούς συντελεστές και περιόρισε τους κρατικούς ελέγχους στην αγορά με στόχο να δώσει ανάσα στον μέσο πολίτη και στις επιχειρήσεις, αλλά παρά τη ρητορική του για το «ελάχιστο κράτος», ο κρατικός μηχανισμός δεν συρρικνώθηκε. Οι αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν κατακόρυφα λόγω του Ψυχρού Πολέμου, με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος να εκτοξευθεί.
Αυτό, όμως, δεν αλλοιώνει τη μεγάλη εικόνα της πολιτικής που ακολούθησε για τη βελτίωση της ζωής των πολιτών της μεσαίας τάξης, όπως και την επίδραση που είχαν τα «Reaganomics» στην οικονομική σκέψη και στην εφαρμοσμένη πολιτική. Αξίζει να σημειωθεί ότι επί της προεδρίας του ο πληθωρισμός υποχώρησε από το 13,5% το 1980 στο 4,1% το 1988. Αυτό προστάτευσε την αγοραστική δύναμη των μισθών της μεσαίας τάξης, η οποία εξανεμιζόταν τα προηγούμενα χρόνια.
Οι θετικές επιπτώσεις φάνηκαν σύντομα καθώς το βασικό επιτόκιο δανεισμού έπεσε από το ιστορικό υψηλό του 21,5% στο 10%. Η εξέλιξη αυτή έκανε ξανά προσιτά τα στεγαστικά δάνεια και τα δάνεια αυτοκινήτων για τη μέση οικογένεια ενώ δημιούργησε αρκετά εκατομμύρια θέσεων εργασίας. Το γεγονός αυτό μείωσε την ανεργία και προσέφερε νέες ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Το πραγματικό εισόδημα της μεσαίας τάξης σημείωσε αύξηση κατά 11% κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, αφού οι οριζόντιες περικοπές στους φόρους εισοδήματος άφησαν περισσότερα χρήματα στην τσέπη των εργαζομένων.
Υπολογίζεται ότι μια τυπική τετραμελής οικογένεια μεσαίου εισοδήματος εξοικονόμησε σχεδόν 9.000 δολάρια σε φόρους. Αυτό οδήγησε σε άνοδο της καθαρής θέσης των νοικοκυριών αλλά και σε βελτίωση των οικονομικών μεγεθών στα ταμεία του κράτους.
Εν κατακλείδι, ο πραγματισμός στην εποχή μας οφείλει να διδαχθεί από τον φιλελεύθερο πραγματισμό του Ρόναλντ Ρίγκαν, χωρίς κατ’ ανάγκην να υιοθετεί το σύνολο της πολιτικής που ακολούθησε.