«Από τη φύλαξη των συνόρων στην Εθνική ισχύ: Η Ελλάδα  της Αποτροπής, της Ασφάλειας και της Υπερηφάνειας».

Όσοι ζήσαμε από κοντά την κατάσταση στα ακριτικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου , βιώσαμε έντονα  τη διαφορά μεταξύ της πολιτικής των «ανοιχτών συνόρων» και μιας υπεύθυνης εθνικής στρατηγικής φύλαξης αυτών.Η μετάβαση από την περίοδο 2015–2019 της «πρώτης φοράς αριστεράς», τότε που η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με πρωτοφανείς μεταναστευτικές πιέσεις με αμφιλεγόμενες τοποθετήσεις ακόμη και για την έννοια της «φύλαξης των θαλάσσιων συνόρων» στη σημερινή πραγματικότητα, δεν έγινε τυχαία.

Ήταν αποτέλεσμα πολιτικής βούλησης, αποφασιστικότητας και συστηματικής δουλειάς. Υπό την ηγεσία του Πρωθυπουργού και Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκου Μητσοτάκη, το κράτος ανασυντάχθηκε και ενίσχυσε σημαντικά τις δομές φύλαξης , ενώ πραγματικά υπήρξε σωστή φύλαξη των εθνικών μας συνόρων, που είναι και τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην περιοχή μας. Σήμερα, οι μεγάλες και ανεξέλεγκτες δομές του παρελθόντος έχουν αντικατασταθεί σε σημαντικό βαθμό από σύγχρονες, ελεγχόμενες εγκαταστάσεις, όπως στη Σάμο, όπου η λειτουργία τους συνδυάζεται με την ασφάλεια και την προστασία των τοπικών κοινωνιών.

Οι μεγάλες εθνικές δοκιμασίες του 2020 ανέδειξαν στην πράξη τη σημασία της αποτροπής:

  1. Η υβριδική επίθεση στον Έβρο, τον Μάρτιο του 2020: Όταν η Τουρκία επιχείρησε να εργαλειοποιήσει τις μεταναστευτικές ροές και να ασκήσει πίεση στα ελληνικά σύνορα, η Ελλάδα ύψωσε άμεσα ένα ισχυρό εθνικό και ευρωπαϊκό τείχος αποτροπής.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή. Με επαγγελματισμό, επιχειρησιακή ετοιμότητα και αυταπάρνηση προστάτευσαν τα σύνορα της χώρας, αλλά και τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  1. Η κρίση του Oruç Reis και η κινητοποίηση του Στόλου: Όταν η ένταση μεταφέρθηκε στη θάλασσα, οι Ένοπλες Δυνάμεις τέθηκαν σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα. Τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων απέδειξαν ότι η αποτροπή δεν είναι σύνθημα, αλλά καθημερινή επιχειρησιακή πραγματικότητα.

Σε αυτή την κρίσιμη περίοδο, κομβικός υπήρξε ο ρόλος του τότε Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, Στρατηγού Κωνσταντίνου Φλώρου. Ο Στρατηγός Κωνσταντίνος Φλώρος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας γενιάς στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων που υπηρέτησαν την πατρίδα σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών προκλήσεων, με υψηλό αίσθημα καθήκοντος και επιχειρησιακής ευθύνης.

Η Ελλάδα Πρωταγωνιστής: Από τα Rafale στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» και τις Φρεγάτες FREMM

Η αποτρεπτική ισχύς δεν χτίζεται μόνο στις κρίσεις. Χρειάζεται σχέδιο, επενδύσεις, συμμαχίες και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Υπό την πολιτική ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, η Ελλάδα περνά από την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων σε μια νέα φάση συνολικού μετασχηματισμού της εθνικής άμυνας.

Η «Ατζέντα 2030» συνδέει την επιχειρησιακή ετοιμότητα με την τεχνολογική αναβάθμιση, την καινοτομία, την οργανωτική αναδιοργάνωση και την ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.

  • Η «Ασπίδα του Αχιλλέα»: Η Ελλάδα προχωρά στον σχεδιασμό μιας νέας, πολυεπίπεδης αρχιτεκτονικής αντιαεροπορικής και αντι-drone προστασίας, με στόχο την ενίσχυση της συνολικής αμυντικής θωράκισης της χώρας και την αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών.
  • Νέες φρεγάτες FREMM από την Ιταλία: Δίπλα στις γαλλικές φρεγάτες Belharra (FDI), η ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού με πλοία τύπου FREMM ενισχύει περαιτέρω τις επιχειρησιακές του δυνατότητες και την παρουσία της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.
  • Rafale, F-35 και διεθνείς συμμαχίες: Με τα γαλλικά Rafale στους αιθέρες, τη συμμετοχή στο πρόγραμμα των F-35 και τις αμυντικές συμφωνίες με τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ελλάδα έχει επενδύσει σημαντικά στην αναβάθμιση της αποτρεπτικής της ικανότητας και στη δημιουργία ενός ισχυρού πλέγματος διεθνών συνεργασιών.

 Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει δώσει έμφαση στην ενίσχυση της εθνικής άμυνας, στη φύλαξη των συνόρων και στην αναβάθμιση των διεθνών συνεργασιών της χώρας.

Από τον Έβρο και το Αιγαίο έως την Ανατολική Μεσόγειο, η χώρα επένδυσε στην επιχειρησιακή ετοιμότητα, στην αποτρεπτική ισχύ και στις διεθνείς συνεργασίες.

Η εθνική ισχύς, όμως, δεν είναι υπόθεση ενός προσώπου ή μιας κυβέρνησης. Είναι αποτέλεσμα διαχρονικής προσπάθειας, θεσμών, Ενόπλων Δυνάμεων, διπλωματίας, συμμαχιών και μιας κοινωνίας που αντιλαμβάνεται ότι η ασφάλεια αποτελεί προϋπόθεση για την ελευθερία και την ευημερία.

Η συζήτηση για την εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να γίνεται με συνθήματα. Απαιτεί σοβαρότητα, σχέδιο και συγκεκριμένες πολιτικές.

Όπως είχα τονίσει και στο παρελθόν, «ένα κράτος καθορίζεται από την ισχύ που διαθέτει και το συμφέρον που το διέπει».

Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έκανε σημαντικά βήματα στην ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος, στην προστασία των συνόρων και στη διεθνή της παρουσία.

Με τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας στην πρώτη γραμμή, με πολιτική ηγεσία που οφείλει να σχεδιάζει με ορίζοντα δεκαετιών και με μια κοινωνία που απαιτεί ασφάλεια, ελευθερία και προοπτική, μπορούμε να οικοδομήσουμε μια Ελλάδα ισχυρή, ασφαλή και υπερήφανη.

*Ο Δημήτρης Δημητρουλόπουλος είναι  Διευθυντής Συντονισμού Εκτελεστικού Γραφείου και
Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΟΝΝΕΔ