Οι τελευταίες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Άμυνας, Γιασάρ Γκιουλέρ, δεν αποτελούν μια ακόμη συνηθισμένη λεκτική πρόκληση εσωτερικής κατανάλωσης.
Η επαναφορά του ζητήματος της αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών, σε συνδυασμό με την απότομη αύξηση της τουρκικής επιθετικής ρητορικής στο Αιγαίο, δείχνει ότι η Άγκυρα επιχειρεί να μεταβάλει ξανά το κλίμα των «ήρεμων νερών», που είχε διαμορφωθεί το τελευταίο διάστημα. Και το κάνει σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία του Ερντογάν μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε ένα αυταρχικό και γεωπολιτικά απρόβλεπτο καθεστώς.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία... Την ίδια στιγμή που η Άγκυρα επαναφέρει αναθεωρητικές διεκδικήσεις απέναντι στην Ελλάδα, στο εσωτερικό της Τουρκίας εφαρμόζονται πρωτοφανείς τακτικές φίμωσης. Η δικαστική παρέμβαση στο κόμμα που ίδρυσε ο Κεμάλ Ατατούρκ, οι διώξεις και φυλακίσεις στελεχών της κεμαλικής αντιπολίτευσης αλλά και οι συνεχείς πιέσεις προς το φιλοκουρδικό κόμμα αποκαλύπτουν ότι το καθεστώς Ερντογάν δεν επιχειρεί πλέον απλώς να κυβερνήσει την Τουρκία. Επιχειρεί να ελέγξει πλήρως το πολιτικό σύστημα, τη δικαιοσύνη, τα ΜΜΕ και κάθε πιθανό άλλο κέντρο ισχύος.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα γιατί ιστορικά η τουρκική εξωτερική πολιτική γίνεται πιο επιθετική όσο αυξάνεται ο αυταρχισμός στο εσωτερικό της χώρας. Το Αιγαίο, η Κύπρος και η «Γαλάζια Πατρίδα» λειτουργούν διαχρονικά ως μηχανισμοί εθνικιστικής συσπείρωσης και μεταφοράς της εσωτερικής κρίσης προς το εξωτερικό.
Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν συνιστά πλέον μόνο ένα εργαλείο ρητορικής έξαρσης, αλλά έχει πλέον ενσωματωθεί στη στρατιωτική εκπαίδευση και στη στρατηγική κουλτούρα των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, γεγονός που τη μετατρέπει από εργαλείο πολιτικής ρητορικής σε μακροπρόθεσμη κρατική στρατηγική. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που ο Ερντογάν αντιμετωπίζει πολιτικές, οικονομικές ή κοινωνικές πιέσεις, η ένταση με την Ελλάδα επιστρέφει ως εργαλείο πολιτικής διαχείρισης των εσωτερικών αυτών προβλημάτων.
Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη διάσταση που συχνά υποτιμάται στη Δύση. Η Τουρκία δεν εμφανίζεται, πλέον, μόνο ως μια αναθεωρητική περιφερειακή δύναμη. Τα τελευταία χρόνια μετατρέπεται σταδιακά σε έναν «γκρίζο κόμβο» διεθνών δικτύων. Διεθνείς εκθέσεις, δημοσιεύματα και αναλύσεις έχουν επανειλημμένα επισημάνει τον ρόλο της Άγκυρας σε κυκλώματα παράκαμψης κυρώσεων, χρηματοοικονομικών διαδρομών αδιαφανούς προέλευσης, αλλά και τις διασυνδέσεις της με ισλαμιστικά δίκτυα και οργανώσεις που η ίδια η Δύση θεωρεί απειλή.
Η υπόθεση Halkbank αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της διαχρονικής δυσπιστίας στις σχέσεις Άγκυρας-Ουάσιγκτον. Οι αποκαλύψεις για μηχανισμούς παράκαμψης των αμερικανικών κυρώσεων προς το Ιράν, οι καταγγελίες για τουρκικά δίκτυα που λειτουργούν ως δίαυλοι χρηματοδότησης ή μεταφοράς προσώπων προς περιοχές δράσης ακραίων οργανώσεων, αλλά και η ανοιχτή πολιτική και επικοινωνιακή στήριξη της Άγκυρας προς τη Χαμάς συνθέτουν μια εικόνα που απέχει ολοένα και περισσότερο από το πρότυπο ενός «κανονικού» δυτικού συμμάχου.
Το πρόβλημα, λοιπόν, για την Ελλάδα δεν είναι μόνο ότι η Τουρκία προκαλεί ξανά στο Αιγαίο. Είναι ότι η Τουρκία που προκαλεί σήμερα είναι διαφορετική από εκείνη που ήταν πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Είναι πιο αυταρχική, πιο ιδεολογικοποιημένη, περισσότερο αναθεωρητική και, ταυτόχρονα, βαθιά πεπεισμένη ότι η στρατηγική γεωγραφική της θέση την καθιστά «πολύ σημαντική για να τιμωρηθεί» από τη Δύση.
Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο στρατηγικό δίλημμα για την Αθήνα. Η Ελλάδα οφείλει να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας και να αποφεύγει τη λογική της μόνιμης έντασης. Όμως ταυτόχρονα δεν μπορεί να μετατρέψει τα «ήρεμα νερά» σε στρατηγική αυταπάτη. Διότι η σημερινή Τουρκία δεν εγκατέλειψε ποτέ τον αναθεωρητισμό της. Απλώς τον προσαρμόζει τακτικά στις διεθνείς συνθήκες, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να τον επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση.
Γι’ αυτό και η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε επικοινωνιακή διαχείριση ή σε προσδοκίες «εξομάλυνσης». Απαιτείται διαρκής ενίσχυση της αποτροπής, επιτάχυνση των στρατηγικών συμμαχιών με Γαλλία, ΗΠΑ, Ινδία, αραβικές χώρες και Ισραήλ, διεθνοποίηση της τουρκικής αναθεωρητικής συμπεριφοράς και συνεχής σύνδεση του Αιγαίου με τη συνολικότερη εικόνα της Τουρκίας ως παράγοντα αστάθειας στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα, πλέον, δεν είναι αν τελειώνουν τα «ήρεμα νερά». Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα και η Ευρώπη έχουν κατανοήσει σε τι ακριβώς μετατρέπεται η Τουρκία του Ερντογάν.
Γιατί τα «ήρεμα νερά» δεν γίνονται επικίνδυνα όταν ταράζονται. Γίνονται επικίνδυνα όταν δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι η καταιγίδα πέρασε!