Την άμεση παραίτηση της Ιλχάν Ομάρ από το Κογκρέσο ζητά ο Ντόναλντ Τραμπ, κατηγορώντας τη Δημοκρατική βουλευτή για χρήση ψευδούς ταυτότητας.
Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η εκπρόσωπος της Μινεσότα εξελέγη και ορκίστηκε στο Κογκρέσο χρησιμοποιώντας διαφορετικό όνομα από το πραγματικό της, επαναφέροντας παράλληλα παλαιότερες καταγγελίες σχετικά με την οικογενειακή και μεταναστευτική της ιστορία.
Σύμφωνα με τον Τραμπ, η βουλευτής ονομάζεται Ιλχάν Νουρ Σαΐντ Έλμι και όχι Ιλχάν Ομάρ, ισχυρισμό τον οποίο συνέδεσε με τον πρώην σύζυγό της, Άχμεντ Νουρ Σαΐντ Έλμι, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για αδελφό της.
«Επειδή χρησιμοποίησε ψεύτικο όνομα για να ορκιστεί, θεωρώ ότι πρέπει να παραιτηθεί ΑΜΕΣΩΣ από το Κογκρέσο», έγραψε χαρακτηριστικά.
Το δικαστικό έγγραφο που πυροδότησε τη νέα αντιπαράθεση
Αφορμή για την αναζωπύρωση της υπόθεσης αποτέλεσε ομοσπονδιακό δικαστικό έγγραφο, στο οποίο η πολιτικός αναφέρεται ως «Ilhan Nur Said Elmi, γνωστή και ως Ilhan Abdullahi Omar».
Η συγκεκριμένη αναφορά, ωστόσο, δεν αποδεικνύει ότι η Ομάρ χρησιμοποίησε πλαστή ταυτότητα ή διέπραξε απάτη, καθώς η καταγραφή εναλλακτικών ονομάτων σε δικαστικά έγγραφα δεν συνιστά από μόνη της διαπίστωση παρανομίας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος κάλεσε επίσης τον πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Τζόνσον, να θεωρήσει ότι το Δημοκρατικό Κόμμα έχει ουσιαστικά παραχωρήσει την έδρα της Ομάρ, υποστηρίζοντας πως η ίδια δεν δικαιούται πλέον να παραμένει μέλος του νομοθετικού σώματος.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνοδεύονται από δικαστική απόφαση που να διαπιστώνει απάτη ή να στερεί από τη βουλευτή το δικαίωμα άσκησης των καθηκόντων της.
Ο Τραμπ επικαλέστηκε ακόμη πρόσφατη συνέντευξή της, κατά την οποία, όταν ρωτήθηκε εάν διατηρεί συγγενική σχέση με τον πρώην σύζυγό της, απάντησε «Όχι εξ όσων γνωρίζω».
Η Ομάρ έχει επανειλημμένως απορρίψει ως αβάσιμες τις κατηγορίες ότι παντρεύτηκε τον αδελφό της, αρνούμενη οποιαδήποτε σχετική παρατυπία.
Η ομοσπονδιακή έρευνα και η έφοδος στην κατοικία της
Η νέα επίθεση του Τραμπ σημειώνεται ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ομοσπονδιακή έρευνα για τα μεταναστευτικά έγγραφα της βουλευτού και της οικογένειάς της, με τις αμερικανικές αρχές να εξετάζουν ενδεχόμενες ανακριβείς δηλώσεις κατά την είσοδό τους στις ΗΠΑ και τη διαδικασία πολιτογράφησης.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters στις 15 Οκτωβρίου, οι ερευνητές διερευνούν εάν η σομαλικής καταγωγής πολιτικός ή συγγενικά της πρόσωπα υπέβαλαν ψευδή στοιχεία όταν έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες ως πρόσφυγες τη δεκαετία του 1990 ή κατά την απόκτηση της αμερικανικής υπηκοότητας.
Στις 12 Οκτωβρίου, ομοσπονδιακοί πράκτορες πραγματοποίησαν έρευνα στην κατοικία της στην Ουάσινγκτον, κατά την οποία κατασχέθηκαν προσωπικά αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και το κινητό της τηλέφωνο.
Η έρευνα αφορά πιθανές ψευδείς δηλώσεις, συνωμοσία και μεταναστευτική απάτη, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει αποδειχθεί ότι η βουλευτής διέπραξε κάποιο από τα εξεταζόμενα αδικήματα.
Οι αρχές εξετάζουν ακόμη το ενδεχόμενο να κινηθεί διαδικασία αφαίρεσης της αμερικανικής υπηκοότητάς της, εξέλιξη που θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για ενδεχόμενη απέλασή της.
Η Ομάρ έφτασε στις ΗΠΑ το 1995, σε ηλικία 12 ετών, και απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα το 2000. Η ενδεχόμενη ανάκλησή της προϋποθέτει την προβλεπόμενη δικαστική διαδικασία και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με μονομερή απόφαση του προέδρου.
Η αντίδραση της Ομάρ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών
Η Δημοκρατική βουλευτής αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε παρανομία και χαρακτηρίζει τις ενέργειες των ομοσπονδιακών αρχών «πολιτικό εκφοβισμό», υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί την έρευνα ως μέσο πίεσης εναντίον της.
Η αντιπαράθεση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, στις οποίες η Ομάρ διεκδικεί την επανεκλογή της στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Η χρονική συγκυρία της έρευνας και της εφόδου στην κατοικία της έχει προκαλέσει αντιδράσεις στους κόλπους των Δημοκρατικών, οι οποίοι θέτουν ερωτήματα για τη χρήση των ομοσπονδιακών μηχανισμών επιβολής του νόμου εναντίον πολιτικών αντιπάλων της κυβέρνησης.
Παρά την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης, καμία δικαστική απόφαση δεν έχει διαπιστώσει ότι η Ιλχάν Ομάρ εξελέγη με πλαστή ταυτότητα, ενώ η ίδια εξακολουθεί να απορρίπτει τις κατηγορίες που διατυπώνονται σε βάρος της.