Ο Ντόναλντ Τραμπ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο σύγκρουσης με το Ιράν, απορρίπτει βιαστική συμφωνία και επιτίθεται στη συμφωνία JCPOA του Μπάρακ Ομπάμα.
Σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τις σχέσεις ΗΠΑ και Ιράν, η αβεβαιότητα γύρω από τις διπλωματικές επαφές εντείνεται, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ σκληραίνει τη στάση του και ανεβάζει τους τόνους ενόψει της λήξης της εύθραυστης εκεχειρίας, διαμηνύοντας ότι δεν πρόκειται να υποκύψει σε πιέσεις για μια πρόχειρη συμφωνία, ενώ παράλληλα αφήνει σαφείς αιχμές για πιθανή επιστροφή σε συγκρουσιακό σκηνικό αν οι διαπραγματεύσεις δεν αποδώσουν, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη σφοδρή κριτική του απέναντι στη συμφωνία Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης που είχε συναφθεί επί Μπαράκ Ομπάμα, την οποία θεωρεί αποτυχημένη και επικίνδυνη για τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή, επιμένοντας ότι μια νέα προσέγγιση υπό τη δική του ηγεσία θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τις γεωπολιτικές ισορροπίες και να επηρεάσει καθοριστικά την ασφάλεια όχι μόνο στην περιοχή αλλά και διεθνώς.
Την ώρα που το μέλλον των διαπραγματεύσεων ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν παραμένει «θολό» και το αν και πότε θα ταξιδέψουν οι εκπρόσωποι των δύο πλευρών στο Ισλαμαμπάντ αβέβαιο, ο Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι δεν θα βιαστεί να καταλήξει σε «κακή συμφωνία» και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης των συγκρούσεων.
Δεν πρόκειται να βιαστώ
Μιλώντας τηλεφωνικά στο Bloomberg, ο Αμερικανός πρόεδρος είπε ότι είναι «εξαιρετικά απίθανο» να παρατείνει την κατάπαυση πυρός, που λήγει τα ξημερώματα της Πέμπτης (ώρα Ελλάδας), εφόσον δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υπογράμμισε ότι δεν προτίθεται να επισπεύσει μια συμφωνία υπό πίεση, σημειώνοντας: «Δεν πρόκειται να βιαστώ να κάνω μια κακή συμφωνία. Έχουμε όλο τον χρόνο μπροστά μας».
Ερωτηθείς, δε, για το ενδεχόμενο άμεσης επανέναρξης των συγκρούσεων σε περίπτωση που δεν υπάρξει συμφωνία, ο Τραμπ εμφανίστηκε σαφής: «Αν δεν υπάρξει συμφωνία, θα το περίμενα απολύτως».
Υπενθυμίζεται πάντως ότι ο Τραμπ έχει μεταβάλει επανειλημμένα τη στάση του σχετικά με την πιθανότητα παράτασης της εκεχειρίας. Χαρακτηριστικά, την περασμένη εβδομάδα, κατά τη διάρκεια συνομιλίας με δημοσιογράφους, δέχθηκε πέντε διαφορετικές ερωτήσεις για το ίδιο ζήτημα και έδωσε τρεις διαφορετικές απαντήσεις...
Αιχμές στον Ομπάμα
Σε νέα του ανάρτηση στο Truth Social, δε, ο πρόεδρος των ΗΠΑ υποστήριξε ότι η συμφωνία που διαπραγματεύεται η κυβέρνησή του με το Ιράν θα είναι «πολύ καλύτερη» από την πυρηνική συμφωνία «JCPOA», την οποία χαρακτήρισε μία από τις χειρότερες συμφωνίες που έχουν συναφθεί σε σχέση με την ασφάλεια των ΗΠΑ.
Πιο συγκεκριμένα, ο Τραμπ άσκησε σφοδρή κριτική στη συμφωνία που υπεγράφη επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα με τη συμμετοχή του Τζο Μπάιντεν, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για «σίγουρο δρόμο προς την απόκτηση πυρηνικού όπλου» από την Τεχεράνη. Τόνισε ότι κάτι τέτοιο «δεν θα συμβεί» στο πλαίσιο της νέας συμφωνίας που, όπως ανέφερε, βρίσκεται υπό διαμόρφωση.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επανέφερε επίσης τους ισχυρισμούς του σχετικά με την οικονομική διάσταση της προηγούμενης συμφωνίας, σημειώνοντας ότι στο πλαίσιο του JCPOA παραδόθηκαν 1,7 δισεκατομμύρια δολάρια σε μετρητά, τα οποία μεταφέρθηκαν με αεροσκάφος τύπου Boeing 757 στο Ιράν. Σύμφωνα με τον ίδιο, επρόκειτο για χρήματα που διατέθηκαν στην ιρανική ηγεσία, χωρίς περιορισμούς ως προς τη χρήση τους.
Ο Τραμπ υποστήριξε ακόμη ότι η προηγούμενη συμφωνία προέβλεπε την καταβολή εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων προς το Ιράν, εκτιμώντας ότι εάν δεν είχε αποσυρθεί από αυτήν, η Τεχεράνη θα μπορούσε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, τα οποία, όπως ανέφερε, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του Ισραήλ, καθώς και σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.
Παράλληλα, επιτέθηκε σε μέσα ενημέρωσης που υποστηρίζουν τη συμφωνία JCPOA, κατονομάζοντας τον δημοσιογράφο Ντέιβιντ Ιγκνάτιους της Washington Post, υποστηρίζοντας ότι το συγκεκριμένο πλαίσιο αποτέλεσε «επικίνδυνη και πλήρη ντροπή» για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά τον ίδιο, μια νέα συμφωνία που θα συναφθεί υπό την ηγεσία του θα μπορούσε να διασφαλίσει «ειρήνη, ασφάλεια και σταθερότητα» όχι μόνο για το Ισραήλ και τη Μέση Ανατολή, αλλά και για την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Όπως σημείωσε, στόχος είναι ένα αποτέλεσμα που «ολόκληρος ο κόσμος θα μπορεί να θεωρεί επιτυχία», σε αντίθεση -όπως υποστήριξε- με τα προηγούμενα χρόνια, που χαρακτήρισε περίοδο «ταπείνωσης» λόγω «ανεπαρκούς ηγεσίας».