Ο θυμός του Νίκου Ανδρουλάκη δεν είναι πια στιγμιαίος. Δεν είναι μια πολιτική ενόχληση, μια κακή μέρα στα τηλεοπτικά πάνελ, ένα δυσάρεστο γκάλοπ. Είναι μόνιμη κατάσταση.

Έχει γίνει πολιτική του ταυτότητα. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής.

Γιατί ένα κόμμα που κάποτε εξέπεμπε αυτοπεποίθηση, σχέδιο και εξουσία, σήμερα μοιάζει να εκπέμπει γκρίνια. Ο Ανδρουλάκης δείχνει να θυμώνει με όλους και με όλα. Με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, προφανώς. Αυτό είναι πολιτικά θεμιτό. Η αντιπολίτευση οφείλει να είναι σκληρή. Όμως, εδώ δεν μιλάμε για πολιτική αντιπαράθεση· μιλάμε για εμμονή. Κάθε δήλωση καταλήγει σε καταγγελία, κάθε τοποθέτηση σε προσωπική πικρία. Λες και η πολιτική του στρατηγική εξαντλείται στο «φταίει ο Μητσοτάκης για όλα».

Μετά φταίνε οι δημοσκοπήσεις. Όταν το ΠΑΣΟΚ μένει καθηλωμένο, δεν φταίει η αδυναμία του να πείσει. Φταίνε οι εταιρείες. Όταν οι πολίτες δεν μετακινούνται, δεν φταίει το μήνυμα που δεν φτάνει. Φταίνε τα «συστημικά κέντρα». Όταν οι ψηφοφόροι γυρνούν την πλάτη, δεν φταίει η έλλειψη προγράμματος. Φταίει το «κλίμα». Πάντα κάποιος άλλος.

Ακόμα και στο εσωτερικό του κόμματος, ο θυμός περισσεύει. Οι δελφίνοι, οι παλιοί, οι νέοι, οι επίδοξοι διάδοχοι. Αντί για συλλογικότητα, καχυποψία. Αντί για άνοιγμα, εσωστρέφεια. Αντί για πολιτική παραγωγή, μηχανισμοί άμυνας. Το ΠΑΣΟΚ δεν δείχνει κόμμα που θέλει να κυβερνήσει· δείχνει κόμμα που φοβάται τον εαυτό του. Κι έτσι, η ηγεσία μοιάζει να ζει σε μια μόνιμη άρνηση πραγματικότητας.

Η κοινωνία δεν χρωστά εμπιστοσύνη σε κανέναν. Κερδίζεται. Δεν είναι κληρονομικό δικαίωμα από τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Οι πολίτες δεν ψηφίζουν από νοσταλγία. Θέλουν καθαρές κουβέντες, πειστικές λύσεις, πρόσωπα που εκπέμπουν σιγουριά. Όχι παράπονο.

Κι όμως, ο Ανδρουλάκης συχνά ακούγεται σαν άνθρωπος που αδικείται από το σύμπαν. Σαν να λέει: «Εγώ τα κάνω όλα σωστά, άρα κάποιος με πολεμά». Αυτή η λογική μπορεί να λειτουργεί σε εσωκομματικές συνελεύσεις. Δεν λειτουργεί στην κοινωνία. Γιατί έξω ο κόσμος έχει άλλα προβλήματα: ακρίβεια, μισθούς, στέγη, υγεία, ασφάλεια. Δεν τον αφορά το δράμα ενός κόμματος που δεν μπορεί να ξεπεράσει το 12% ή το 13%. Αν δεν του δώσεις λόγο να σε ακούσει, απλώς σε προσπερνά.

Και το χειρότερο; Ο θυμός δεν παράγει πολιτική. Παράγει μιζέρια. Ένα κόμμα που θυμώνει με τους ψηφοφόρους του επειδή «δεν καταλαβαίνουν» έχει ήδη χάσει το παιχνίδι. Η πολιτική δεν είναι μάθημα ηθικής ανωτερότητας. Είναι πειθώ. Αν δεν πείθεις, δεν φταίνε οι άλλοι. Φταις εσύ.

Κάποτε το ΠΑΣΟΚ έδινε αίσθηση ρεύματος. Σήμερα δίνει αίσθηση στασιμότητας. Κάποτε έμπαινε σε μια αίθουσα και κυριαρχούσε. Τώρα μοιάζει να ζητάει εξηγήσεις από τους δημοσιογράφους για το «γιατί δεν ανεβαίνει». Αυτή η ψυχολογία ήττας είναι μεταδοτική. Και περνάει στον κόσμο.

Η ηγεσία, αντί να εμπνεύσει, μοιάζει να γκρινιάζει. Αντί να σχεδιάζει, αμύνεται. Αντί να διεκδικεί, καταγγέλλει.

Κι έτσι επιστρέφουμε στο ερώτημα «Ποιος φταίει;». Δεν φταίει το ριζικό. Δεν φταίνε οι εταιρείες. Δεν φταίνε οι πολίτες. Δεν φταίει ο Μητσοτάκης. Φταίει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει πείσει πως αποτελεί εναλλακτική εξουσίας. Και όσο η ηγεσία του επενδύει στον θυμό αντί στην προοπτική, τόσο θα βυθίζεται σε έναν φαύλο κύκλο αυτοθυματοποίησης. Η πολιτική δεν συγχωρεί τη μιζέρια. Την τιμωρεί.

Αν ο Ανδρουλάκης δεν αλλάξει ύφος, αν δεν μετατρέψει τον θυμό σε σχέδιο και την γκρίνια σε πρόταση, κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία όχι ως ο άνθρωπος που αναγέννησε το ΠΑΣΟΚ, αλλά ως εκείνος που το κράτησε μόνιμα θυμωμένο... και μόνιμα μικρό.

Και στο τέλος της ημέρας, η πολιτική είναι αμείλικτη. Δεν λυπάται, δεν χαρίζεται, δεν επιβραβεύει την γκρίνια. Αν δεν μπορείς να εμπνεύσεις, σε προσπερνά. Αν δεν πείθεις, σε εξαφανίζει. Αν θυμώνεις με την κοινωνία αντί να την κερδίζεις, απλώς μικραίνεις.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν έχει απέναντί του ούτε «συστήματα», ούτε «δημοσκόπους», ούτε «σκιές». Έχει την ίδια την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα λέει ένα πράγμα: ένα κόμμα που δεν πείθει για εξουσία, καταδικάζεται σε διαμαρτυρία.
Ή θα γίνει ηγέτης με σχέδιο και πυγμή ή θα μείνει αρχηγός ενός κόμματος που θυμώνει με όλους, ενώ οι πολίτες απλώς... αλλάζουν κανάλι.