Ελάχιστα ντοκιμαντέρ έχουν πυροδοτήσει τόσο θυελλώδεις αντιπαραθέσεις και έχουν βρεθεί στο επίκεντρο μιας τόσο αδυσώπητης δημόσιας διαμάχης όσο το «NAZA», κινηματογραφικό εγχείρημα των Ισραηλινών δημιουργών Yuval Abraham και Rachel Szor. Η ταινία, η οποία απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ της Βενετίας, εδράζεται στις μαρτυρίες είκοσι τεσσάρων μελών του ισραηλινού στρατού και των υπηρεσιών πληροφοριών, που δέχτηκαν να μιλήσουν, διατηρώντας την ανωνυμία τους.
Το κατηγορητήριό της είναι ωμό: ότι η μαζική απώλεια ανθρώπινων ζωών μεταξύ του άμαχου πληθυσμού της Γάζας δεν συνιστούσε απλώς μια ολέθρια, πλην παρεπόμενη, συνέπεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αλλά είχε ενσωματωθεί εκ προοιμίου στην ίδια την επιχειρησιακή τους αρχιτεκτονική. Αλγοριθμικά συστήματα παραγωγής και ιεράρχησης στόχων, προκαθορισμένα όρια «ανεκτών» νεκρών και, κατά τις μαρτυρίες που παρατίθενται, ακόμη και ένα πλήγμα που εγκρίθηκε με εκτιμώμενο τίμημα πεντακόσιες ζωές αμάχων.
Οι υπέρμαχοι του ντοκιμαντέρ αντιπαρατάσσουν, ως εχέγγυα της αποδεικτικής του αξιοπιστίας, το πλήθος των πηγών, που κατά τους συντελεστές της ξεπερνούν τις εκατό στο σύνολο της έρευνας, την ανωνυμία ως επιβεβλημένη δικλίδα προστασίας όσων αποφάσισαν να καταθέσουν όσα γνώριζαν και την επιβεβαίωση κρίσιμων στοιχείων από μεγάλα διεθνή μέσα, ενώ δεν παραλείπουν να αποδώσουν ιδιαίτερη σημασία στη σφοδρότητα των επίσημων ισραηλινών αντιδράσεων, εκλαμβάνοντάς την ως έμμεση, έστω και ακούσια, συνηγορία υπέρ της αλήθειας των αποκαλύψεων.
Από την αντίπερα όχθη, ο ισραηλινός στρατός, δημοσίευσε δεκασέλιδη απάντηση, κατηγορώντας την ταινία ότι αποδίδει «διαστρεβλωμένη, παραπλανητική και ανειλικρινή εικόνα» των διαδικασιών επιλογής και προσβολής στρατιωτικών στόχων, ενώ ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ζήτησε να ταυτοποιηθούν και να διωχθούν ποινικά όσοι κατέθεσαν ή συνέπραξαν σε αυτήν.
Ωστόσο, πίσω από τον ορυμαγδό των εκατέρωθεν καταγγελιών και την αντανακλαστική περιχαράκωση των αντιμαχόμενων πλευρών, υπολανθάνει μια ουσιώδης σύγχυση: τρία διακριτά ερωτήματα, με διαφορετικό γνωσιολογικό, δικαιικό και θεσμικό περιεχόμενο, συμπλέκονται στη δημόσια αντιπαράθεση, σαν να επιδέχονταν μία και την αυτή απάντηση.
Το πρώτο αφορά την αποδεικτική επάρκεια: ποια πραγματολογική βαρύτητα μπορούν να προσλάβουν ανώνυμες μαρτυρίες όταν δεν συνοδεύονται από επακριβώς προσδιορισμένους στόχους, συγκεκριμένες ημερομηνίες και αναγνωρίσιμους τόπους, ώστε οι καταγγελλόμενες πράξεις να καταστούν αντικείμενο ανεξάρτητης επαλήθευσης; Το δεύτερο άπτεται της νομικής θεμελίωσης: ποιες ακριβώς υποχρεώσεις επιβάλλει το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο σε μια στρατιωτική δύναμη που επιχειρεί μέσα στον ασφυκτικό πολεοδομικό ιστό μιας πυκνοκατοικημένης περιοχής, όπου η διάκριση μεταξύ στρατιωτικών στόχων και προστατευόμενου άμαχου πληθυσμού καθίσταται επιχειρησιακά δυσχερής; Το τρίτο εγείρει ένα θεσμικό ζήτημα: ποια οφείλει να είναι η αντίδραση μιας ευνομούμενης πολιτείας όταν απόρρητες επιχειρησιακές διαδικασίες, μαρτυρίες εκ των έσω και πληροφορίες που καλύπτονται από το στρατιωτικό απόρρητο μεταφέρονται στην κινηματογραφική οθόνη;
Ως προς τα δύο πρώτα ερωτήματα, το ντοκιμαντέρ δεν κατορθώνει να προσπορίσει στους υπαινιγμούς και στις καταγγελίες του την αποδεικτική βάση που θα απαιτούσε η βαρύτητά τους. Η αφηγηματική πειστικότητα, ακόμη και όταν ερείδεται σε συγκλονιστικές μαρτυρίες, δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τη δικανική απόδειξη, ούτε η ηθική αποστροφή που προκαλεί μια καταγγελλόμενη πρακτική αρκεί, αφ' εαυτής, για να στοιχειοθετήσει την παραβίαση ενός συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Ως προς το τρίτο, η στάση της κρατικής εξουσίας οφείλει να διέπεται από τις αρχές του μέτρου, της νομιμότητας και της αναλογικότητας, διότι η επίκληση της εθνικής ασφάλειας δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως απεριόριστη εξουσιοδότηση καταστολής κάθε ενοχλητικής μαρτυρίας. Τα ηθικά αδιέξοδα και οι τραγικές αντινομίες του πολέμου δεν επιδέχονται εύκολες απαντήσεις ούτε απλουστευτικές βεβαιότητες. Μια ταινία, όμως, δεν είναι δικαστήριο.
Non ad multitudinem
Στους Πανδέκτες του Ιουστινιανού διασώζεται ένα απόφθευγμα του Ρωμαίου νομομαθούς Αρκάδιου Χαρίσιου, το οποίο διατυπώνει τον κανόνα με αξιοθαύμαστη ενάργεια: non enim ad multitudinem respici oportet, sed ad sinceram testimoniorum fidem. Η βαρύτητα μιας μαρτυρίας δεν απορρέει από την αριθμητική υπεροχή εκείνων που την προσυπογράφουν, αλλά από την αλήθεια, τη φερεγγυότητα και την ανόθευτη αξιοπιστία των καταθέσεων.
Στην περίπτωση του ντοκιμαντέρ, η επίκληση μιας πολυάριθμης δεξαμενής πληροφοριοδοτών φαίνεται να αποτελεί τον βασικό πυλώνα της υπερασπιστικής επιχειρηματολογίας των δημιουργών του. Απαντώντας στις αιτιάσεις του ισραηλινού στρατού, ο Guardian, που συμμετείχε στην παραγωγή της ταινίας, υπογράμμισε ότι οι συντελεστές της είχαν συνομιλήσει με περισσότερες από εκατό πηγές. Εντούτοις, η προσεκτικότερη ανάγνωση της ίδιας της απάντησης αποκαλύπτει ότι οι εν λόγω πηγές δεν παρουσιάζονται ως ισάριθμες ανεξάρτητες επιβεβαιώσεις των συγκεκριμένων καταγγελιών του ντοκιμαντέρ, αλλά ως το συνολικό πληροφοριακό υπόβαθρο μιας τριετούς δημοσιογραφικής έρευνας για τη λειτουργία των στρατιωτικών συστημάτων του Ισραήλ. Παραμένει, επομένως, αδιευκρίνιστο ποιες ακριβώς μαρτυρίες θεμελιώνουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό, ποιες διασταυρώνονται μεταξύ τους και ποιες στηρίζονται σε πληροφορίες που δεν επιδέχονται ανεξάρτητη εξακρίβωση.
Ενδεικτική αυτής της αποδεικτικής ασάφειας είναι η επισήμανση των Times of Israel ότι η πλέον εντυπωσιακή καταγγελία της ταινίας, περί πλήγματος για το οποίο είχαν προβλεφθεί πεντακόσιοι νεκροί άμαχοι, δεν απαντά σε καμία από τις προηγούμενες δημοσιευμένες έρευνες του Γιουβάλ Αβραάμ.
Ούτε, όμως, η κατάθεση είκοσι τεσσάρων ανώνυμων μαρτύρων συνεπάγεται αφ' εαυτής την ύπαρξη ενός συνεκτικού πλέγματος αλληλοεπιβεβαιούμενων καταθέσεων, ιδίως όταν οι καταθέτοντες πραγματεύονται διαφορετικά περιστατικά, από τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης ως την πυρπόληση κατοικιών. Τα πρόσωπα είναι καλυμμένα και οι φωνές αλλοιωμένες, έτσι ώστε, όπως παραδέχεται και ο κατά τα άλλα ευνοϊκά διακείμενος κριτικός του Slate, ο θεατής συχνά δεν ξέρει αν ακούει τον ίδιο μάρτυρα ή κάποιον άλλον. Όταν η ταυτότητα και η ανεξαρτησία των πηγών παραμένουν απροσπέλαστες, δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν πέντε διαφορετικές καταγγελίες προέρχονται από πέντε αυτοτελείς μαρτυρίες ή αποτελούν ισχυρισμούς ενός και μόνο προσώπου.
Η απόσταση ανάμεσα στην προστασία της πηγής και στην επαλήθευση της πληροφορίας παραμένει, συνεπώς, ουσιώδης. Όπως καταλήγει ο ίδιος κριτικός, η ταινία ζητεί τελικώς από τον θεατή να αποδεχθεί την αξιοπιστία των μαρτύρων χωρίς να του παρέχει τη δυνατότητα να την εξετάσει.
Υπάρχει, εντούτοις, και μια άλλη παράμετρος εξίσου καθοριστική: η ακριβής θέση κάθε μάρτυρα στην ιεραρχική και επιχειρησιακή αλληλουχία που προηγείται της έγκρισης ενός στρατιωτικού πλήγματος. Η γνώση ενός επιμέρους σταδίου δεν συνεπάγεται αναγκαστικά εποπτεία του συνόλου της διαδικασίας, όπως ακριβώς η συμμετοχή στην προπαρασκευή μιας απόφασης δεν ταυτίζεται με τη γνώση των όρων υπό τους οποίους αυτή τελικώς ελήφθη.
Σε αυτήν ακριβώς τη διάκριση ερείδεται η επιχειρηματολογία του ισραηλινού στρατού, ο οποίος επισημαίνει ότι αρκετοί από τους καταθέτοντες για τις διαδικασίες στοχοποίησης εμφανίζονται ως στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών, των οποίων η υπηρεσιακή εμπλοκή περιορίζεται στα αρχικά στάδια μιας διαδικασίας που υπόκειται ακολούθως σε επιχειρησιακή επανεξέταση και νομική αξιολόγηση.
Υπό αυτή την εκδοχή, ένας μάρτυρας θα μπορούσε να ανακαλεί μια προκαταρκτική εκτίμηση για τον αριθμό των αμάχων που βρίσκονταν εντός ή πλησίον ενός υποψήφιου στόχου και να την εκλαμβάνει ως οριστική, μολονότι η πραγματική πρόβλεψη των αναμενόμενων απωλειών ενδέχεται να είχε διαφοροποιηθεί κατά τα επόμενα στάδια. Η επιλογή του όπλου, η χρονική στιγμή της προσβολής, ο ακριβής προσδιορισμός του τμήματος ενός κτιρίου που πρόκειται να πληγεί, ακόμη και η ενδεχόμενη εκκένωσή του ύστερα από προειδοποίηση, αποτελούν παράγοντες που μπορούν να ανατρέψουν ουσιωδώς τους αρχικούς υπολογισμούς.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο τι άκουσε ή τι κατέγραψε ένας πληροφοριοδότης, αλλά σε ποιο στάδιο της διαδικασίας απέκτησε αυτή τη γνώση και κατά πόσον μπορούσε να διακρίνει μια προκαταρκτική υπηρεσιακή εκτίμηση από μια τελικώς εγκεκριμένη επιχειρησιακή επιλογή.
Η διαβεβαίωση ότι ένα γεγονός έχει εξακριβωθεί από τους παραγωγούς του ντοκιμαντέρ δεν ισοδυναμεί με τη δημοσιοποίηση των πραγματολογικών δεδομένων που θα επέτρεπαν σε τρίτους να ελέγξουν την ορθότητα της εξακρίβωσης. Η σχετική τεκμηρίωση παραμένει στο συρτάρι της παραγωγής, ενώ η ίδια η ταινία δεν προσφέρει τις αναγκαίες συντεταγμένες για την ανασύνθεση των καταγγελλόμενων περιστατικών.
Περαιτέρω προβληματισμούς εγείρει η ίδια η επεξεργασία του μαρτυρικού υλικού, καθώς η γλωσσική του απόδοση φαίνεται να αλλάζει ουσιωδώς το νόημα των αρχικών καταθέσεων, προσδίδοντας σε αμφίσημες ή επιφυλακτικές διατυπώσεις έναν χαρακτήρα κατηγορηματικότητας που δεν προκύπτει από τα πρωτογενή λεγόμενα.
Οι Times of Israel, εξετάζοντας την αντιστοιχία ανάμεσα στον προφορικό λόγο των μαρτύρων και στους υποτίτλους του ντοκιμαντέρ, επισήμαναν περιπτώσεις στις οποίες η μετάφραση υπερβαίνει τα όρια της πιστής νοηματικής μεταφοράς. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μιας μαρτυρίας όπου η διαπίστωση ότι «ο Αχμάντ και ολόκληρη η οικογένειά του» βρίσκονται μέσα σε μια κατοικία αποδίδεται στους υποτίτλους ως βεβαιότητα ότι «θα πεθάνουν», και το διστακτικό «υπήρξε έγκριση για, ας πούμε, πεντακόσιους» γίνεται κατηγορηματική βεβαίωση ότι εγκρίθηκε κάποτε η θανάτωση πεντακοσίων αμάχων.
Η διαφοροποίηση αυτή αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της αποδεικτικής αξιοπιστίας, καθώς η απόσταση ανάμεσα σε μια πιθανολογική εκτίμηση και σε μια απερίφραστη βεβαιότητα μπορεί να αποβεί καθοριστική για τη νομική και πραγματολογική αποτίμηση μιας καταγγελίας. Εάν ανάλογες αποκλίσεις αναδεικνύονταν ενώπιον δικαστηρίου, θα μπορούσαν να κλονίσουν σοβαρά την εμπιστοσύνη στην ακρίβεια της μεταφραστικής απόδοσης και, κατ' επέκταση, στην αξιοπιστία με την οποία μεταφέρεται το ουσιαστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας.
Η αντινομία ανάμεσα στην προστασία της ανωνυμίας και στην εξίσου αναγκαία διασφάλιση της αποδεικτικής αξιοπιστίας έχει απασχολήσει επανειλημμένως και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο έχει επιχειρήσει να διαμορφώσει μια ισορροπία ανάμεσα σε δικαιώματα και εγγυήσεις που, μολονότι εκ πρώτης όψεως φαίνονται ανταγωνιστικά, αποτελούν αλληλοσυμπληρούμενες εκφάνσεις της δικαιοκρατικής τάξης.
Στην υπόθεση Doorson, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η απόκρυψη της ταυτότητας ενός μάρτυρα μπορεί να δικαιολογείται από επιτακτικές ανάγκες προστασίας της προσωπικής του ασφάλειας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν παραγνωρίζονται οι θεμελιώδεις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης. Στις υποθέσεις Kostovski και Al-Khawaja και Tahery, η νομολογιακή του προσέγγιση ανέδειξε τους κινδύνους που συνεπάγεται η αποδεικτική αξιοποίηση καταθέσεων οι οποίες δεν έχουν υποβληθεί στη δοκιμασία της κατ' αντιπαράσταση εξέτασης, ιδίως όταν αυτές έχουν αποφασιστική βαρύτητα για την καταδίκη ενός κατηγορουμένου.
Σε τέτοιες περιστάσεις, η απουσία δυνατότητας αντεξέτασης επιβάλλει την ύπαρξη επαρκών αντισταθμιστικών δικονομικών εγγυήσεων, ικανών να διαφυλάξουν τη διαδικασία. Από την άλλη πλευρά, στην υπόθεση Goodwin, το ίδιο Δικαστήριο αναγνώρισε την προστασία της εμπιστευτικότητας των δημοσιογραφικών πηγών ως έναν από τους πυλώνες της ελευθερίας του Τύπου, επιβεβαιώνοντας ότι η δυνατότητα των δημοσιογράφων να διαφυλάσσουν την ταυτότητα των πληροφοριοδοτών τους συνδέεται άρρηκτα με την ανεμπόδιστη άσκηση της ερευνητικής δημοσιογραφίας.
Αυτήν ακριβώς τη νομολογιακή παρακαταθήκη επικαλούνται, όχι αβασίμως, οι υπερασπιστές του ντοκιμαντέρ. Θα ήταν, ωστόσο, εσφαλμένο να συναχθεί ότι οι δύο αρχές τελούν σε αναπόδραστη σύγκρουση. Η προστασία της δημοσιογραφικής πηγής αφορά την εμπιστευτικότητα της ταυτότητάς της· η αποδεικτική αξιολόγηση της μαρτυρίας αφορά τη βασιμότητα, τη συνοχή και την επαληθευσιμότητα των ισχυρισμών της. Πρόκειται για δύο αυτοτελή πεδία, με διαφορετικό κανονιστικό αντικείμενο, τα οποία δεν πρέπει να συγχέονται. Η ανωνυμία μπορεί να αποτελεί θεμιτό μέσο προστασίας ενός πληροφοριοδότη, χωρίς όμως να λειτουργεί ως τεκμήριο αλήθειας των λεγομένων του.
Το δικαίωμα μιας πηγής να παραμένει ανώνυμη δεν συνεπάγεται και την αξίωση να παραμένει ανεξέλεγκτο το περιεχόμενο της μαρτυρίας της.
Απομένει, τέλος, μια ακόμη αρχή, βαθιά ριζωμένη στη ρωμαϊκή νομική παράδοση και αδιαχώριστη από τη σύγχρονη αντίληψη περί δίκαιης διαδικασίας: audiatur et altera pars - ας ακουστεί και η άλλη πλευρά. Η αρχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και για τη δημοσιογραφική δεοντολογία, ιδίως όταν η έρευνα πραγματεύεται καταγγελίες εξαιρετικής σοβαρότητας, ικανές να επηρεάσουν την κοινή γνώμη για τη νομιμότητα της δράσης κρατικών θεσμών. Η υποβολή των επίμαχων ισχυρισμών στον εγκαλούμενο φορέα πριν από τη δημοσίευσή τους, προκειμένου εκείνος να έχει τη δυνατότητα να απαντήσει επί συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, αποτελεί καθιερωμένη πρακτική της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ δεν γνωστοποίησαν στον ισραηλινό στρατό τις επιμέρους καταγγελίες πριν από τη προβολή, ούτε του παραχώρησαν αντίγραφο της ταινίας, παρά το σχετικό αίτημά του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η δημοσιογραφική έρευνα οφείλει να εξαρτά την έκδοσή της από τη συναίνεση ή την έγκριση της κρατικής εξουσίας, Σημαίνει, όμως, ότι η αξιοπιστία μιας καταγγελίας ενισχύεται όταν αυτή έχει προηγουμένως εκτεθεί στον αντίλογο, επειδή η αλήθεια προσεγγίζεται μόνο μέσα από την αντιπαραβολή των ισχυρισμών με τα διαθέσιμα τεκμήρια και τις αντικρουόμενες εξηγήσεις.
Μεταξύ προβλεψιμότητας και σκοπιμότητας
Ήδη ο τίτλος του ντοκυμαντέρ, που παραπέμπει στο εβραϊκό ακρωνύμιο της «παράπλευρης ζημίας», προσλαμβάνει τη χροιά τεκμηρίου θεσμοποιημένου κυνισμού, μολονότι η εκτίμηση των αναμενόμενων απωλειών μεταξύ του άμαχου πληθυσμού δεν αποτελεί ένδειξη εγκληματικής πρόθεσης, αλλά αναγκαία προϋπόθεση της αξιολόγησης την οποία επιτάσσει το ίδιο το δίκαιο των ενόπλων συγκρούσεων.
Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο στηρίζεται εδώ σε δύο διακριτούς κανόνες. Ο πρώτος, η αρχή της διάκρισης, απαγορεύει απερίφραστα την εσκεμμένη στοχοποίηση του άμαχου πληθυσμού και την εξαπόλυση επιθέσεων εναντίον προσώπων που δεν συμμετέχουν στις εχθροπραξίες. Η δεύτερη, η αρχή της αναλογικότητας, όπως περιγράφεται στα άρθρα 51 και 57 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του 1977 και δεσμεύει το Ισραήλ ως κανόνας εθιμικού διεθνούς δικαίου, παρά τη μη κύρωση του Πρωτοκόλλου από τη χώρα, εισάγει μιά εξίσου επιτακτική υποχρέωση. Δεν καθιστά αυτομάτως παράνομη κάθε επίθεση από την οποία ενδέχεται να προκύψουν απώλειες αμάχων, αλλά απαγορεύει εκείνες τις επιχειρήσεις στις οποίες οι προβλεπόμενες παρεμπίπτουσες απώλειες ανθρώπινων ζωών ή οι ζημίες σε αγαθά θα ήταν υπέρμετρες σε σχέση με το συγκεκριμένο και άμεσο στρατιωτικό πλεονέκτημα που αναμένεται να αποκομισθεί.
Η εφαρμογή της αρχής αυτής προϋποθέτει αναγκαστικά την προγνωστική αποτίμηση των πιθανών συνεπειών της επίθεσης. Ο στρατιωτικός διοικητής οφείλει να υπολογίσει, στο μέτρο του πρακτικώς εφικτού, τις αναμενόμενες απώλειες προτού αποφασίσει εάν το προσδοκώμενο στρατιωτικό όφελος δικαιολογεί την ανάληψη του συγκεκριμένου κινδύνου. Χωρίς προηγούμενη εκτίμηση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ουσιαστική στάθμιση· και χωρίς την απαιτούμενη στάθμιση δεν πληρούται μια θεμελιώδης προϋπόθεση της νομιμότητας της επίθεσης. Η πρόβλεψη του θανάτου, επομένως, δεν ταυτίζεται με την επιδίωξή του· μπορεί, αντιθέτως, να αποτελεί το αναγκαίο προοίμιο της προσπάθειας αποτροπής ή περιορισμού του.
Η διάκριση αυτή βρίσκει συγκεκριμένη κανονιστική έκφραση και στο διεθνές ποινικό δίκαιο. Το Καταστατικό της Ρώμης διαχωρίζει την εκ προθέσεως εξαπόλυση επιθέσεων κατά αμάχων από την εξαπόλυση επιθέσεων με επίγνωση ότι οι αναμενόμενες παρεμπίπτουσες απώλειες θα είναι σαφώς υπέρμετρες σε σχέση με το συγκεκριμένο και άμεσο συνολικό στρατιωτικό πλεονέκτημα. Στην πρώτη περίπτωση, απαιτείται ο δράστης να έχει την πρόθεση να καταστήσει τους αμάχους καθαυτό αντικείμενο της επίθεσης. Στη δεύτερη, εξετάζεται η γνώση του δράστη ως προς τις προβλεπόμενες συνέπειες και η υπέρμετρη δυσαναλογία τους έναντι του προσδοκώμενου στρατιωτικού οφέλους. Συνεπώς, η επίγνωση ότι μια επίθεση ενδέχεται να προκαλέσει θανάτους αμάχων δεν συνεπάγεται, αφ' εαυτής, ότι οι άμαχοι έχουν επιλεγεί ως στρατιωτικός στόχος.
Καθοριστική είναι, επιπροσθέτως, η χρονική αφετηρία της αξιολόγησης. Η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να κρίνεται αποκλειστικά μέσα από την εκ των υστέρων γνώση των πραγματικών συνεπειών της, αλλά πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα των πληροφοριών που ήταν διαθέσιμες κατά τον χρόνο λήψης της. Η διάκριση ανάμεσα στην ex ante εκτίμηση και στην ex post αποτίμηση έχει εδώ σημασία, καθώς αποτρέπει τη σύγχυση ανάμεσα στην πρόβλεψη ενός κινδύνου και στην εκ των υστέρων διαπίστωση της επέλευσής του.
Η συλλογιστική αυτή διαθέτει μακρά νομολογιακή καταγωγή. Ήδη στη μεταπολεμική Δίκη των Ομήρων στη Νυρεμβέργη, η περίπτωση του Γερμανού στρατηγού Λόταρ Ρέντουλιτς ανέδειξε τη σημασία της αξιολόγησης μιας στρατιωτικής απόφασης με βάση τις περιστάσεις και τις πληροφορίες που ήταν γνωστές κατά τον χρόνο έκδοσής της. Ο Ρέντουλιτς απαλλάχθηκε από την κατηγορία που αφορούσε την καταστροφή του Φίνμαρκ, στη βόρεια Νορβηγία, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η εκτίμησή του περί στρατιωτικής αναγκαιότητας έπρεπε να εξεταστεί υπό το πρίσμα των πληροφοριών που διέθετε τότε, ακόμη και αν αυτές αποδείχθηκαν εκ των υστέρων εσφαλμένες.
Ανάλογη προσέγγιση ακολουθήθηκε, με ειδικότερη αναφορά στην αναλογικότητα των επιθέσεων, στη νομολογία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία. Στην υπόθεση Galić, το Δικαστήριο προσδιόρισε ως κρίσιμο κριτήριο το κατά πόσον ένα ευλόγως ενημερωμένο πρόσωπο, ευρισκόμενο στη θέση εκείνου που αποφάσισε την επίθεση και διαθέτοντας τα τότε γνωστά στοιχεία, θα μπορούσε να αναμένει απώλειες δυσανάλογες προς το προσδοκώμενο στρατιωτικό πλεονέκτημα.
Σε συναφή συλλογιστική στηρίχθηκε και η ειδική επιτροπή που εξέτασε, για λογαριασμό της Εισαγγελίας του ίδιου Δικαστηρίου, τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1999. Παρά την αναγνώριση περιστατικών με θύματα μεταξύ των αμάχων, η επιτροπή εισηγήθηκε να μην κινηθεί ποινική έρευνα, εφαρμόζοντας, μεταξύ άλλων, το κριτήριο του «εύλογου στρατιωτικού διοικητή».
Η ουσία αυτής της νομολογιακής παρακαταθήκης είναι ότι η τραγικότητα του αποτελέσματος δεν απαλλάσσει από την ανάγκη εξατομικευμένης εξέτασης της απόφασης που προηγήθηκε, όπως ακριβώς και η επίκληση στρατιωτικής αναγκαιότητας δεν παρέχει γενική ασυλία έναντι του δικαίου.
Υπό το πρίσμα αυτών των διακρίσεων ανακύπτουν ερωτήματα και ως προς τον τρόπο με τον οποίο το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει τα αριθμητικά δεδομένα των αναμενόμενων απωλειών. Οι ανώνυμοι μάρτυρες αναφέρονται σε προκαθορισμένα όρια «επιτρεπτών» θανάτων αμάχων ανά στρατιωτικό στόχο, υποστηρίζοντας ότι, μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου, τα όρια αυτά αυξήθηκαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, στους είκοσι ανθρώπους.
Ο ισραηλινός στρατός, εντούτοις, αντιπαραθέτει μια διαφορετική ερμηνεία της εσωτερικής αυτής αριθμητικής. Κατά την επίσημη εξήγησή του, οι συγκεκριμένοι αριθμοί δεν αποτελούν ανεπιφύλακτα επιτρεπόμενα όρια θανάτων, αλλά καθορίζουν τα επίπεδα υπηρεσιακής αρμοδιότητας και τη διαδοχική κλιμάκωση της διαδικασίας εγκρίσεων. Όταν η εκτιμώμενη απώλεια αμάχων υπερβαίνει ένα προκαθορισμένο επίπεδο, η σχετική απόφαση παραπέμπεται σε ανώτερο επιχειρησιακό κλιμάκιο, χωρίς η παραπομπή αυτή να υποκαθιστά ή να καταργεί την υποχρέωση αυτοτελούς εξέτασης της αναλογικότητας κάθε επιμέρους πλήγματος.
Εφόσον η διαδικασία λειτουργεί πράγματι κατά τον περιγραφόμενο τρόπο, η διοικητική αυτή διαβάθμιση συνιστά πρόσθετο μηχανισμό ελέγχου, ανάλογο με πρακτικές που απαντούν και σε άλλες δυτικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Ακόμη εντονότερη είναι η αντιπαράθεση γύρω από τον ισχυρισμό περί στρατιωτικού πλήγματος για το οποίο είχαν υπολογιστεί πεντακόσιοι αναμενόμενοι νεκροί άμαχοι. Ο ισραηλινός στρατός απορρίπτει κατηγορηματικά την καταγγελία, διαβεβαιώνοντας ότι ουδέποτε σχεδιάστηκε, εγκρίθηκε ή εκτελέστηκε επίθεση με τέτοια ή παραπλήσια εκτίμηση ανθρώπινων απωλειών. Οι Times of Israel επισημαίνουν, επιπροσθέτως, ότι η συγκεκριμένη μαρτυρία προέρχεται από έναν μόνο μάρτυρα, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα διασταύρωσής της με άλλες ανεξάρτητες αφηγήσεις μέσα στο ίδιο το ντοκιμαντέρ.
Παρεμφερής διχογνωμία ανακύπτει και ως προς την καταγγελία ότι ολόκληρη συνοικία βομβαρδίστηκε προκειμένου να εξουδετερωθεί ανώτερο στέλεχος της Χαμάς, με τις προβλεπόμενες απώλειες αμάχων να ανέρχονται στους διακόσιους ανθρώπους. Ο στρατός αρνείται ότι υπήρξε ποτέ αντίστοιχο όριο εγκρίσεων, ενώ οι Times of Israel παρατηρούν ότι δεν έχει καταστεί γνωστό συγκεκριμένο μεμονωμένο πλήγμα στο οποίο να τεκμηριώνεται ο θάνατος εκατοντάδων ανθρώπων.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ισραηλινή στρατιωτική ηγεσία επικαλείται την επιχειρησιακή ιδιομορφία περιοχών όπου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η Χαμάς είχε μετατρέψει εκτεταμένα κτιριακά συγκροτήματα σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, με κέντρα διοίκησης, αποθήκες οπλισμού και εισόδους υπόγειων σηράγγων. Κατά την επίσημη αυτή εκδοχή, η ύπαρξη τέτοιων εγκαταστάσεων δεν συνεπαγόταν συλλήβδην την αντιμετώπιση ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων ως ενιαίων στρατιωτικών στόχων, αλλά προϋπέθετε χωριστή αξιολόγηση της στρατιωτικής ιδιότητας κάθε κτιρίου.
Η ίδια ανάγκη μεθοδολογικής διάκρισης ανακύπτει, τέλος, και στη συζήτηση για τη συνολική αναλογία μεταξύ νεκρών αμάχων και μαχητών, με την οποία ολοκληρώνεται το σχετικό δημοσίευμα του Guardian. Η αναλογία αυτή, όσο σημαντική και αν είναι για την αποτίμηση της ανθρώπινης καταστροφής και του συνολικού τρόπου διεξαγωγής των επιχειρήσεων, δεν αρκεί, από μόνη της, για να αποδείξει τη νομιμότητα ή την παρανομία ενός συγκεκριμένου πλήγματος. Η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται μέσω μιας εκ των υστέρων αριθμητικής αντιπαραβολής των συνολικών απωλειών του πολέμου, αλλά προϋποθέτει εξατομικευμένη εξέταση των αναμενόμενων συνεπειών κάθε επίθεσης σε συνάρτηση με το προσδοκώμενο στρατιωτικό της πλεονέκτημα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συνολικοί αριθμοί στερούνται αποδεικτικής σημασίας για την αξιολόγηση ευρύτερων επιχειρησιακών πρακτικών ή πιθανών συστηματικών παραβιάσεων. Σημαίνει, αντιθέτως, ότι η ερμηνεία τους απαιτεί διαφορετική αναλυτική προσέγγιση από εκείνη που επιβάλλεται για τη νομική εξέταση ενός μεμονωμένου περιστατικού. Οι δεκάδες χιλιάδες ανθρώπινες απώλειες στη Γάζα συνιστούν μια πραγματικότητα ασύλληπτης τραγικότητας, με ανυπολόγιστες ανθρωπιστικές, ηθικές και πολιτικές προεκτάσεις. Ο αριθμός των 73.000 νεκρών που επικαλείται η ταινία αποτυπώνει το μέγεθος της καταστροφής, χωρίς ωστόσο να επιτρέπει, αφ' εαυτού, την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για τη νομική φύση κάθε επιμέρους θανάτου. Οι Times of Israel υπογραμμίζουν ότι το ντοκιμαντέρ δεν διευκρινίζει ότι τα σχετικά στοιχεία αποδίδονται στο υπουργείο Υγείας της Γάζας, το οποίο λειτουργεί υπό τη διοίκηση της Χαμάς, ούτε ότι τα συνολικά δημοσιευόμενα μεγέθη δεν περιλαμβάνουν αυτοτελή ταξινόμηση των νεκρών σε αμάχους και μαχητές.
Η επισήμανση αυτή δεν αναιρεί το μέγεθος της ανθρώπινης συμφοράς. Αναδεικνύει, ωστόσο, την ανάγκη να διακρίνονται τα καταγεγραμμένα δημογραφικά δεδομένα από τα συμπεράσματα που επιχειρείται να συναχθούν μέσω αυτών για τη διεξαγωγή των εχθροπραξιών.
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται η διάκριση ανάμεσα στην ηθική αποτίμηση μιας πολεμικής τραγωδίας και στη νομική στοιχειοθέτηση μιας συγκεκριμένης παραβίασης. Η έκταση του ανθρώπινου ολέθρου επιβάλλει την αυστηρότερη δυνατή διερεύνηση, δεν καταργεί όμως την ανάγκη αποδεικτικής ακρίβειας. Ο πόλεμος μπορεί να παράγει αποτελέσματα βαθύτατα αποτρόπαια χωρίς κάθε επιμέρους πράξη να πληροί αναγκαστικά τα στοιχεία εγκλήματος· αντιστρόφως, μια στρατιωτική επιχείρηση μπορεί να συνιστά σοβαρή παραβίαση του δικαίου ακόμη και όταν οι πραγματικές απώλειες αποδεικνύονται μικρότερες από τις αρχικώς προβλεφθείσες. Η πρόγνωση των συνεπειών, η πρόθεση του δράστη και η νομιμότητα της απόφασης αποτελούν διακριτά αντικείμενα εξέτασης. Η σύγχυσή τους δεν ενισχύει την αναζήτηση της αλήθειας, αλλά συσκοτίζει ακριβώς εκείνες τις διαφοροποιήσεις από τις οποίες εξαρτάται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Η ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας του αλγόριθμου
Ο Guardian, επιχειρώντας να ενισχύσει την αποδεικτική θεμελίωση των καταγγελιών που διατυπώνονται στο ντοκιμαντέρ, επικαλείται τις δημοσιογραφικές έρευνες των New York Times, της Washington Post και του Associated Press, οι οποίες έχουν καταγράψει τόσο τη χρησιμοποίηση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης από τον ισραηλινό στρατό όσο και τη χαλάρωση ορισμένων επιχειρησιακών περιορισμών που αποσκοπούν στην προστασία του άμαχου πληθυσμού. Η επιβεβαίωση της ύπαρξης και της επιχειρησιακής αξιοποίησης αλγοριθμικών συστημάτων, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με απόδειξη ότι τα συστήματα αυτά υποκαθιστούν την ανθρώπινη κρίση κατά τη λήψη αποφάσεων για την προσβολή στρατιωτικών στόχων.
Άλλωστε, ο ισραηλινός στρατός δεν αμφισβητεί τη χρήση τέτοιων τεχνολογικών εργαλείων. Αντιθέτως, περιγράφει μια πολυεπίπεδη διαδικασία αξιολόγησης και εγκρίσεων, στην οποία η αλγοριθμική επεξεργασία πληροφοριών συνιστά μόνο μιά επιμέρους υποστηρικτική λειτουργία.
Σύμφωνα με την επίσημη αυτή εκδοχή, ο εντοπισμός πιθανών στρατιωτικών στόχων πραγματοποιείται από εξειδικευμένους αναλυτές βάσει προκαθορισμένων διαδικασιών, ενώ η σχετική αξιολόγηση προϋποθέτει την έγκριση τουλάχιστον ενός αρμοδίως εξουσιοδοτημένου αξιωματικού πληροφοριών. Ακολουθεί η επιχειρησιακή επεξεργασία του σχεδίου, με τη συμμετοχή στελεχών διαφορετικών στρατιωτικών ειδικοτήτων, καθώς και ο προβλεπόμενος νομικός έλεγχος, προτού η τελική απόφαση περιέλθει στην αρμοδιότητα του επιχειρησιακού διοικητή.
Τα αλγοριθμικά συστήματα, κατά τον στρατό, παρεμβάλλονται σε ορισμένα μόνο στάδια αυτής της αλληλουχίας, κυρίως για τη συσχέτιση, διασταύρωση και επεξεργασία πληροφοριών προερχόμενων από διαφορετικές βάσεις δεδομένων. Υπό το ίδιο πρίσμα, το αποκαλούμενο Lavender παρουσιάζεται ως πληροφοριακή βάση, της οποίας οι καταχωρίσεις δεν συνεπάγονται αυτοδικαίως την αναγόρευση των καταγεγραμμένων προσώπων σε νόμιμους στρατιωτικούς στόχους.
Άλλο η επεξεργασία πληροφοριών που ενδέχεται να αξιοποιηθούν για την υπόδειξη ενός στόχου και άλλο η εκχώρηση στην ίδια την τεχνητή νοημοσύνη της εξουσίας να αποφασίζει ποιος θα πληγεί. Η τεκμηρίωση του πρώτου δεν αποδεικνύει, χωρίς πρόσθετα στοιχεία, την ύπαρξη του δεύτερου.
Ένας από τους μάρτυρες του ντοκιμαντέρ αποδίδει στο Lavender ποσοστό σφάλματος της τάξεως του 15%, ενώ σε προγενέστερη δημοσιογραφική έρευνα του ίδιου του Γιουβάλ Αβραάμ, δημοσιευμένη το 2024, το αντίστοιχο ποσοστό παρουσιαζόταν ως 10%. Η απόκλιση καθιστά αναγκαία τη διευκρίνιση των μεθόδων υπολογισμού, των χρονικών περιόδων αναφοράς και των πραγματικών δεδομένων στα οποία ερείδονται οι διαφορετικές εκτιμήσεις.
Ανάλογη ασάφεια περιβάλλει και το αποκαλούμενο Where's Daddy?, το οποίο περιγράφεται ως μηχανισμός εντοπισμού μελών της Χαμάς στις κατοικίες τους, χωρίς να αποσαφηνίζεται επαρκώς εάν πρόκειται για αυτοτελές τεχνολογικό σύστημα, για επιχειρησιακό πρωτόκολλο ή για συμβατική ονομασία μιας ευρύτερης διαδικασίας παρακολούθησης. Ακόμη σοβαρότερη είναι η έλλειψη συγκεκριμένων πραγματολογικών συντεταγμένων στις μαρτυρίες περί βομβαρδισμών κατοικιών κατά τους οποίους φέρονται να σκοτώθηκαν μέλη οικογενειών, ενώ οι στρατιωτικοί διοικητές που αποτελούσαν τους επιδιωκόμενους στόχους απουσίαζαν, συμμετέχοντας σε επιχειρήσεις.
Οι σχετικές καταγγελίες παρατίθενται χωρίς επακριβή χρονολογικό προσδιορισμό ή αναγνωρίσιμο γεωγραφικό εντοπισμό, στερώντας από τον θεατή τη δυνατότητα αντιπαραβολής τους με συγκεκριμένα περιστατικά. Η αφηγηματική ένταση των μαρτυριών δεν αίρει, επομένως, την ανάγκη πραγματολογικής επαλήθευσης, ιδίως όταν το ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί όχι απλώς η ύπαρξη ενός τεχνολογικού μηχανισμού, αλλά ο ακριβής ρόλος του στην αλληλουχία των αποφάσεων που οδήγησαν στην απώλεια ανθρώπινων ζωών.
Το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο, εξάλλου, επιβάλλει διακρίσεις τις οποίες η κινηματογραφική απόδοση δεν αναδεικνύει με την απαιτούμενη σαφήνεια. Σύμφωνα με τον Ερμηνευτικό Οδηγό της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού για την άμεση συμμετοχή στις εχθροπραξίες, τα μέλη οργανωμένων ένοπλων ομάδων μπορούν να αποτελούν νόμιμους στρατιωτικούς στόχους για όσο διάστημα διατηρούν αυτή την ιδιότητα, χωρίς η δυνατότητα προσβολής τους να περιορίζεται αποκλειστικά στις στιγμές κατά τις οποίες βρίσκονται στο πεδίο της μάχης. Συνεπώς, η παρουσία ενός προσώπου στην κατοικία του δεν του παρέχει αυτομάτως προστασία από επίθεση, εφόσον εξακολουθεί να αποτελεί νόμιμο στρατιωτικό στόχο.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο δεν απαγορεύει, ως τέτοια, τη χρησιμοποίηση αλγοριθμικών συστημάτων υποστήριξης στρατιωτικών αποφάσεων. Το άρθρο 57 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου επιβάλλει, μεταξύ άλλων, σε όσους σχεδιάζουν ή αποφασίζουν μια επίθεση την υποχρέωση να προβαίνουν σε κάθε εφικτή επαλήθευση ότι οι επιλεγμένοι στόχοι είναι πράγματι στρατιωτικοί, καθώς και να λαμβάνουν τις προβλεπόμενες προφυλάξεις για τον περιορισμό των παρεμπιπτουσών απωλειών.
Η μεταβολή των επιχειρησιακών κανόνων μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 αποτελεί, αντιθέτως, ζήτημα για το οποίο υπάρχουν συγκεκριμένες δημοσιογραφικές καταγραφές και σχετικές παραδοχές Ισραηλινών στρατιωτικών αξιωματούχων. Σύμφωνα με έρευνα των New York Times, όπως παρουσιάζεται από τους Times of Israel, κατά τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου επετράπη σε αξιωματικούς μεσαίων βαθμίδων της στρατιωτικής ιεραρχίας να εγκρίνουν πλήγματα εναντίον χαμηλόβαθμων μαχητών, ακόμη και όταν οι προβλεπόμενες παρεμπίπτουσες απώλειες μπορούσαν να ανέλθουν έως είκοσι αμάχους.
Η χαλάρωση αυτή των εσωτερικών περιορισμών δεν διατηρήθηκε, ωστόσο, αμετάβλητη. Στις 5 Νοεμβρίου 2023, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, θεσπίστηκαν αυστηρότερες διαδικασίες, βάσει των οποίων πλήγματα της συγκεκριμένης κατηγορίας που ενείχαν κίνδυνο για περισσότερους από δέκα αμάχους απαιτούσαν πλέον ειδική έγκριση. Το ντοκιμαντέρ δεν αποδίδει την αναγκαία βαρύτητα σ' αυτό το γεγονός, παραλείποντας να διευκρινίσει ότι η αρχική διεύρυνση των ορίων εγκρίσεων περιορίστηκε περίπου στον πρώτο μήνα των επιχειρήσεων.
Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι το εξεταζόμενο πλαίσιο διέθετε τη θεσμική δυνατότητα επανεξέτασης και τροποποίησης των επιχειρησιακών του παραμέτρων, στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμηθεί προτού συναχθεί ότι επρόκειτο για έναν αμετάβλητο και πλήρως αυτοματοποιημένο μηχανισμό παραγωγής θανάτου.
Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται στην πραγματική κατανομή της εξουσίας: ποιος αξιολογεί τις πληροφορίες, ποιος ελέγχει την αξιοπιστία τους, ποιος σταθμίζει τις αναμενόμενες συνέπειες και ποιος αναλαμβάνει τελικώς την ευθύνη για την προσβολή ενός στόχου. Διότι ο αλγόριθμος μπορεί να διαμορφώνει το πληροφοριακό υπόβαθρο της απόφασης· η ύπαρξή του, όμως, δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι η ανθρώπινη βούληση έχει εκλείψει από τη διαδικασία.
Η γενοκτονία και το ανελαστικό βάρος της απόδειξης
Σε μία από τις πλέον δραματικά φορτισμένες στιγμές, το ντοκυμαντέρ υπερβαίνει την εξέταση των επιμέρους παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και εισέρχεται στην πολύ βαρύτερη επικράτεια της κατηγορίας περί γενοκτονίας. Ένας από τους ανώνυμους μάρτυρες, ανταποκρινόμενος σε σχετική ερώτηση του σκηνοθέτη, αποδέχεται ότι υπήρξε και ο ίδιος συμμέτοχος σε γενοκτονία.
Από τη σκοπιά, όμως, της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης, ανάμεσα στην προσωπική παραδοχή ενός μάρτυρα και στη δικανική στοιχειοθέτηση ενός εγκλήματος τέτοιας βαρύτητας παρεμβάλλεται μια ολόκληρη αλληλουχία αυστηρών αποδεικτικών προϋποθέσεων. Σύμφωνα με το άρθρο II της Σύμβασης του 1948 για την Πρόληψη και την Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας, η απόδειξη του συγκεκριμένου εγκλήματος προϋποθέτει την ύπαρξη του λεγόμενου ειδικού δόλου (dolus specialis): της πρόθεσης να εξολοθρευθεί, εν όλω ή εν μέρει, μια εθνική, εθνοτική, φυλετική ή θρησκευτική ομάδα, ακριβώς λόγω της συλλογικής της ταυτότητας.
Δεν αρκεί, επομένως, η διαπίστωση συστηματικών επιθέσεων εναντίον αμάχων ή ακόμη και η απόδειξη άλλων σοβαρότατων διεθνών εγκλημάτων. Απαιτείται η ιδιαίτερη εκείνη πρόθεση που διαφοροποιεί τη γενοκτονία από τις υπόλοιπες κατηγορίες διεθνών αξιόποινων πράξεων.
Την αποδεικτική ανελαστικότητα αυτής της προϋπόθεσης ανέδειξε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στις υποθέσεις Βοσνία και Ερζεγοβίνη κατά Σερβίας και Μαυροβουνίου το 2007 και Κροατία κατά Σερβίας το 2015, υπογραμμίζοντας ότι, η γενοκτονική πρόθεση συνάγεται μόνον εφόσον η πρόθεση καταστροφής της προστατευόμενης ομάδας αποτελεί το μοναδικό εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να προκύψει από τα αποδειχθέντα περιστατικά.
Η συγκατάθεση ενός μάρτυρα σε μια ερώτηση διατυπωμένη από τον ίδιο τον σκηνοθέτη δεν αποτελεί, αυτοτελώς, την απόδειξη που απαιτείται για τη θεμελίωση μιας τόσο εξαιρετικής κατηγορίας.
Η διαφορά καθίσταται ακόμη σημαντικότερη εάν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ισραηλινού στρατού ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν συμμετείχε στα αρμόδια κλιμάκια λήψης των επίμαχων αποφάσεων και, συνεπώς, δεν διέθετε άμεση υπηρεσιακή εποπτεία των προθέσεων που καθόρισαν τη στρατηγική και επιχειρησιακή τους διαμόρφωση. Η μαρτυρία του δεν αρκεί χωρίς πρόσθετη τεκμηρίωση, για να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στην υποκειμενική ερμηνεία των γεγονότων και στη νομική απόδειξη οργανωμένης πρόθεσης εξολόθρευσης ενός ολόκληρου λαού.
Διότι η ηθική πεποίθηση, όσο ισχυρή και αν εμφανίζεται στη συνείδηση εκείνου που την εκφέρει, δεν υποκαθιστά την ανάγκη αποδείξεων· όπως ακριβώς και η δραματική ισχύς μιας κινηματογραφικής ομολογίας δεν συνιστά δικαστική διαπίστωση γενοκτονικού δόλου.
Ανθρώπινες ασπίδες
Η ταινία μνημονεύει τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023, όταν η αιματηρή επίθεση της Χαμάς στο ισραηλινό έδαφος στοίχισε τη ζωή σε περίπου 1.200 ανθρώπους, στη συντριπτική τους πλειονότητα αμάχους, ενώ άλλοι 251 απήχθησαν και μεταφέρθηκαν ως όμηροι στη Λωρίδα της Γάζας. Εντούτοις, η αναφορά στην τραγωδία αυτή παραμένει δυσανάλογα περιορισμένη σε σχέση με τη βαρύτητα και την καθοριστική της σημασία για την κατανόηση των γεγονότων που ακολούθησαν. Η κινηματογραφική απόδοση παραγνωρίζει, επιπροσθέτως, τους διακηρυγμένους στρατηγικούς σκοπούς της στρατιωτικής επιχείρησης: την εξάρθρωση της Χαμάς, την εξουδετέρωση των δυνατοτήτων της να εξαπολύει ανάλογες επιθέσεις και την απελευθέρωση των ομήρων.
Κυρίως όμως, η ταινία υποβαθμίζει τις ιδιαιτερότητες της πολεμικής μεθοδολογίας της Χαμάς και, ιδίως, της ενσωμάτωσης στρατιωτικών υποδομών μέσα στον πυκνοκατοικημένο αστικό ιστό της Γάζας. Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο απαγορεύει την εργαλειοποίηση της παρουσίας ή των μετακινήσεων του άμαχου πληθυσμού με σκοπό τη θωράκιση στρατιωτικών στόχων έναντι επιθέσεων, απαγόρευση που αναγνωρίζεται επίσης ως κανόνας του εθιμικού διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και δεσμεύει, ως εκ τούτου, και μη κρατικές ένοπλες οργανώσεις, όπως η Χαμάς.
Συγχρόνως, το άρθρο 58 καθιερώνει την υποχρέωση των εμπόλεμων μερών να αποφεύγουν, στον βαθμό που αυτό είναι πρακτικώς εφικτό, την εγκατάσταση στρατιωτικών στόχων εντός ή πλησίον πυκνοκατοικημένων περιοχών, αναγνωρίζοντας ότι η χωροταξική εγγύτητα στρατιωτικών εγκαταστάσεων και άμαχου πληθυσμού πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο ανθρώπινων απωλειών.
Σύμφωνα με τις σχετικές καταγγελίες, η Χαμάς εγκατέσπειρε συστηματικά μαχητές, οπλισμό και σήραγγες μέσα στο οικιστικό περιβάλλον της Γάζας, αναπτύσσοντας ένα εκτεταμένο πλέγμα υπόγειων σηράγγων και εντάσσοντας, κατά περίπτωση, ακόμη και χώρους νοσοκομειακών εγκαταστάσεων, σχολικών συγκροτημάτων και άλλων πολιτικών υποδομών στον σχεδιασμό για την εξυπηρέτηση των στρατιωτικών της επιδιώξεων. Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται από τις αναφορές στη συμμετοχή μαχητών στις εχθροπραξίες χωρίς διακριτή στρατιωτική περιβολή, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω τη διάκριση μεταξύ ενόπλων και προστατευόμενων προσώπων.
Κατά την παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου, βέβαια, οι παραβιάσεις της Χαμάς δεν απαλλάσσουν το Ισραήλ από τις δικές του υποχρεώσεις, και πρώτα από την υποχρέωση προστασίας των αμάχων. Ο ισραηλινός στρατός υποστηρίζει ότι τις τήρησε, επικαλούμενος ένα πλέγμα προληπτικών και διορθωτικών μηχανισμών που αποσκοπούσαν στον περιορισμό των παρεμπιπτουσών απωλειών. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγει την έκδοση προειδοποιήσεων προς τον πληθυσμό πριν από επικείμενες επιθέσεις, τη λειτουργία εξειδικευμένης μονάδας εκτίμησης και περιορισμού της βλάβης αμάχων, η οποία παρακολουθούσε τη γεωγραφική κατανομή και την παρουσία τους σε διαφορετικές περιοχές της Γάζας, και πλήγματα που ακυρώθηκαν, τροποποιήθηκαν ή αναβλήθηκαν.
Η αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων μπορεί να αμφισβητηθεί· η ύπαρξή τους όμως δεν μπορεί να αποσιωπηθεί.
Non vox, sed probatio - Δεν είναι ο λόγος που θεμελιώνει την αλήθεια, αλλά η απόδειξη
Ei incumbit probatio qui dicit, non qui negat, διδάσκει ο Παύλος στους Πανδέκτες: το βάρος της απόδειξης επωμίζεται εκείνος που προβάλλει έναν ισχυρισμό και όχι εκείνος που τον αρνείται. Το «NAZA» ισχυρίζεται πολλά αλλά αποδεικνύει λίγα, και οι υπερασπιστές του συγχέουν την αριθμητική πλησμονή των μαρτυριών με το βάρος τους.
Η αξίωση λογοδοσίας δεν μπορεί να εξαντλείται στην επίκληση ανώνυμων μαρτυριών, των οποίων η ταυτότητα προστατεύεται και η φωνή αλλοιώνεται, όταν το ουσιαστικό περιεχόμενό τους παραμένει ανεπαρκώς διασταυρωμένο. Η προστασία των πληροφοριοδοτών δεν απαλλάσσει την έρευνα από την υποχρέωση να θεμελιώνει τους ισχυρισμούς της σε επαληθεύσιμα πραγματικά περιστατικά. Διότι η δικαιοσύνη υπηρετείται μόνο μέσα από την ακριβοδίκαιη και απροσωπόληπτη εξέταση των στοιχείων που μπορούν να την τεκμηριώσουν.
Σύμφωνα με τον ισραηλινό στρατό, εκατοντάδες περιστατικά έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο επιχειρησιακής αξιολόγησης, ενώ υποθέσεις εξαιρετικής σοβαρότητας, όπως τα θανατηφόρα επεισόδια πλησίον σημείων διανομής ανθρωπιστικής βοήθειας, παραπέμπονται στον Μηχανισμό Διερεύνησης Γεγονότων του Γενικού Επιτελείου, προκειμένου να εξακριβωθούν οι πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες εκτυλίχθηκαν.
Η αρμοδιότητα για την ενδεχόμενη κίνηση ποινικής έρευνας ανήκει, εν συνεχεία, στον Στρατιωτικό Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος καλείται να αξιολογήσει εάν τα διαθέσιμα στοιχεία δικαιολογούν την ενεργοποίηση των προβλεπόμενων διαδικασιών ποινικής διερεύνησης.
Το άρθρο 17 του Καταστατικού της Ρώμης κατοχυρώνει την αρχή της συμπληρωματικότητας, σύμφωνα με την οποία το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν υποκαθιστά αυτοδικαίως τις εθνικές δικαιοδοσίες, όταν οι αρμόδιες κρατικές αρχές διερευνούν ή διώκουν πραγματικά την ίδια υπόθεση και διαθέτουν τόσο τη βούληση όσο και την ικανότητα να ασκήσουν ουσιαστικά τις αρμοδιότητές τους.
Στην τελική αποτίμηση, το ζητούμενο είναι να αποκατασταθεί η αναγκαία διάκριση ανάμεσα στις καταγγελίες, στη θεσμική διερεύνηση και στη δικαιοδοτική κρίση. Η πρώτη μπορεί να αποκαλύπτει, να εγείρει υποψίες και να κινητοποιεί την κοινή γνώμη· η δεύτερη οφείλει να εξακριβώνει, να διασταυρώνει και να ανασυνθέτει τα πραγματικά περιστατικά· η τρίτη καλείται να αποφαίνεται, με βάση τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου και τα απαιτούμενα αποδεικτικά εχέγγυα, περί συγκεκριμένων ευθυνών. Η σύγχυση αυτών των διακριτών λειτουργιών δεν υπηρετεί ούτε την ελευθερία της έκφρασης ούτε την απονομή της δικαιοσύνης. Διότι η εικόνα μπορεί να συγκλονίζει, και το κοινό να απαιτεί απαντήσεις· η ενοχή, όμως, δεν θεμελιώνεται στην ένταση των εντυπώσεων, αλλά στη βάσανο της απόδειξης.
Η οθόνη είναι ελεύθερη να διατυπώνει ανώνυμες καταγγελίες· η δικαιοσύνη όμως έχει το χρέος να απαιτεί αποδείξεις.
Πηγές
Peter Beaumont, NAZA film-makers say they spoke to more than 100 sources about Israeli actions in Gaza: https://www.theguardian.com/fi...
IDF Response to the Film "NAZA: https://m.www.idf.il/en/mini-s..."
Emanuel Fabian, Nurit Yohanan, The Times of Israel: NAZA’s claims about IDF conduct in Gaza are grave. So are the film’s journalistic flaws: https://www.timesofisrael.com/...