Δημοσιονομικές αστοχίες που είναι πιθανό να βγάλουν εκ νέου την ελληνική οικονομία εκτός τροχιάς, «πάγωμα» των μεταρρυθμίσεων, ανάσχεση του ρυθμού ανάπτυξης και επιδείνωση των σχέσεων με τους Ευρωπαίους πιστωτές, έως τις εθνικές εκλογές προβλέπουν πηγές στις Βρυξέλλες. Όπως σημειώνουν θα παίξει ρόλο όχι τόσο η χρονική διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, όσο η ένταση της και κυρίως η στάση την οποία θα κρατήσει η κυβέρνηση.
Του Κώστα Τσαχάκη
Εξηγούν ότι αν ακολουθήσει την ίδια τακτική με τις ευρωεκλογές μοιράζοντας δηλαδή παροχές που δεν έχουν υπολογιστεί στον προϋπολογισμό είναι βέβαιο ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι θα εμφανίσουν σημαντική υστέρηση.
Ήδη όπως έχουμε αναφέρει οι Θεσμοί έχουν διαπιστώσει ότι τα μέτρα που ελήφθησαν έχουν κόστος υψηλότερο από αυτό που έχει υπολογίσει το υπουργείο Οικονομικών. Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες εκτιμούν ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί εφέτος πέριξ του 2,5% του ΑΕΠ καθώς για αυτούς αφενός δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος και αφετέρου υπολογίζουν ότι το κόστος των από το πακέτο παροχών σε συνδυασμό με τις απώλειες που θα προκύψουν για τα δημόσια ταμεία από τις ρυθμίσεις οφειλών θα προσεγγίσουν τα 2 δις ευρώ.
Τις προβλέψεις των Ευρωπαίων τεχνοκρατών έρχεται να… επαληθεύσουν και οι υπολογισμοί του οικονομικού επιτελείου για υψηλότερες δαπάνες σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις. Να υπενθυμίσουμε πως αρχικά το κόστος των παρεμβάσεων στον ΦΠΑ και στις συντάξεις υπολογίστηκε στα 1,27 δισ. ευρώ (εκ των οποίων τα 830 εκατ. από τις συντάξεις), τη στιγμή που ο δημοσιονομικός χώρος για το τρέχον έτος, σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών φθάνει στα 1,14 δισ. ευρώ. Όμως κατά τη διάθεση του προεκλογικού συνταξιοδοτικού βοηθήματος το υπουργείο Εργασίας εξέδωσε δύο αποφάσεις (για συνταξιούχους του Δημοσίου η μία και για τους υπόλοιπους η δεύτερη) που ενέκριναν δαπάνη 971 εκατ. ευρώ έναντι 830 εκατ. ευρώ που ήταν ο υπολογισμός του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους στην σχετική τροπολογία που είχε κατατεθεί στην Βουλή. Και αυτή δεν είναι η μοναδική υπέρβαση. Για το επίδομα στέγασης είχαν προϋπολογιστεί 300 εκατ. ευρώ και τελικά η δαπάνη έφθασε τα 365 εκατ. ευρώ.
Οι αστοχίες αυτές σύμφωνα με τις πηγές από τις Βρυξέλλες εκτιμάται ότι θα διευρύνονται όσο πλησιάζουμε προς τις εθνικές εκλογές. Επιπλέον εκτιμούν ότι οι ρυθμίσεις οφειλών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία όχι μόνο δεν θα τονώσουν τα δημόσια έσοδα όπως υποστηρίζει το υπουργείο Οικονομικών, αλλά θα οδηγήσουν και σε απώλειες που θα προσεγγίσουν το 1 δις ευρώ. Διατυπώνουν το επιχείρημα πως «απλώνοντας» σε βάθος ετών βεβαιωμένες οφειλές, περιορίζονται οι πιθανότητες ανάκτησης και πολλαπλασιάζονται οι κίνδυνοι απώλειας. Υπενθυμίζουν δε ότι τα τελευταία χρόνια το Δημόσιο καταφέρνει να εισπράξει από οφειλές παλιότερων ετών πάνω από 4 δις ευρώ κατ΄ έτος ποσό που εφέτος θα περιοριστεί δραστικά λόγω των ρυθμίσεων. Παραμένει δε το μεγάλο στοίχημα πόσοι από αυτούς που θα μπουν στις ρυθμίσεις θα παραμείνουν σε αυτές από τον Ιούλιο και μετά που θα πρέπει να πληρωθεί ο φόρος εισοδήματος και στη συνέχεια και ο ΕΝΦΙΑ.
Επιπρόσθετα η προεκλογική περίοδος θα επηρεάσει δυσμενώς και το κλίμα που επικρατεί στις αγορές για τα ελληνικά ομόλογα. Σε δημοσίευμα των Financial Times περιγράφεται ο μακρύς δρόμος επιστροφής σε επενδυτική βαθμίδα για τα ελληνικά ομόλογα. Ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι επενδυτές παραδέχονται πως θα χρειαστούν πολλή υπομονή τα επόμενα χρόνια. «Υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος», επισημαίνει ο κ. Μακ Γκορίαν διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην JPMorgan Asset Management και προσθέτει πως «το βασικό μας σενάριο είναι πως η οικονομία και οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις θα συνεχίσουν να βελτιώνονται, όμως η αναλογία του χρέους προς το ΑΕΠ είναι τόσο υψηλή και η ανάπτυξη σχετικά βραδεία, που θα χρειαστεί πολύ χρόνο». Τέλος ο επικεφαλής αναλυτής της S&P για την Ελλάδα κ. Μάρκο Μίρσνικ σε δηλώσεις του στην «Καθημερινή» προειδοποιεί ότι αν η Ελλάδα δεν υλοποιήσει τις δεσμεύσεις της αυτό θα έχει αντίκτυπο στην αξιολόγηση της. «Όπως έχουμε τονίσει η S&P θα μπορούσε να υποβαθμίσει το outlook της Ελλάδας από «θετικό» σε «σταθερό» εάν υπάρξουν ανατροπές στις μεταρρυθμίσεις ή αν τα αναπτυξιακά αποτελέσματα είναι σημαντικά χαμηλότερα από τα αναμενόμενα, περιορίζοντας την ικανότητα της Ελλάδας να συνεχίσει τη δημοσιονομική της εξυγίανση, τη μείωση του χρέους και την αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα», ανέφερε χαρακτηριστικά.