Στις 18 Ιουνίου 2015, μια αιωνιότητα και δύο μέρες πριν, διοργανώθηκε η πρώτη μεγάλη διαδήλωση ενός κινήματος που προέκυψε λόγω της συγκυρίας: λόγω της επικείμενης σύγκρουσης της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ενωση που διαφαινόταν τους πρώτες μήνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, με υπουργό Οικονομικών τον Βαρουφάκη.

του Ηλία Κανέλλη

Κεντρικό σύνθημα της διαδήλωσης εκείνης ήταν δυο λέξεις: «Μένουμε Ευρώπη». Την ημέρα εκείνη το Σύνταγμα γέμισε, ο κόσμος ήταν απροσδόκητα πολύς. Κι όλο αυτό είχε επιτευχθεί με μια πολύ μικρή κινητοποίηση ορισμένων πολιτών που ανατρίχιαζαν στην πιθανότητα η χώρα να βρεθεί αθωράκιστη και μόνη, εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης, πιθανόν και εκτός Ευρώπης, στα χέρια μιας δράκας λαϊκιστών που φάνταζαν έτοιμοι για όλα – είχαν άλλωστε προσεγγίσει και τη Ρωσία του Πούτιν και την Κίνα για να βρουν χρήματα.
Κάπως έτσι, φτιάχτηκε ένα κίνημα από το πουθενά. Από πρόσωπα που δεν ήταν μιντιακές προσωπικότητες ούτε κομματικά εξαπτέρυγα και δεν διεκδίκησαν πολιτικό ρόλο στα κόμματα ούτε τότε ούτε μετά. Πρόσωπα με ελάχιστη στήριξη από τα ΜΜΕ – «ΤΑ ΝΕΑ» ήταν η βασική εφημερίδα που φιλοξενούσε την κίνησή τους και διακινούσε τις απόψεις τους, κι αυτό γέννησε ακόμα περισσότερο μίσος εκ μέρους των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ για αυτή την εφημερίδα και τους ανθρώπους της.

Η συγκέντρωση εκείνης της ημέρας του Ιουνίου ήταν η αρχή. Η κινητοποίηση συνεχίστηκε με επόμενες συγκεντρώσεις και με αρκετή ακόμα δραστηριότητα. Χωρίς κραυγές και χωρίς απαξίωση κανενός, ούτε καν των λαϊκιστών που κυβερνούσαν. Οι «Μένουμε Ευρώπη» (που απαξιωτικά τους έλεγαν «μενουμευ-ρώπηδες» και ακραίο Κέντρο, χαρακτηρισμοί που προστέθηκαν σε έναν κατάλογο υβριστικών χαρακτηρισμών όπως «γερμανοτσολιάδες», «κουίσλινγκ», «ευρωλιγούρηδες» κ.λπ.) βγήκαν μπροστά με πίστη στη δημοκρατία και στους θεσμούς της. Και προσπάθησαν, απλώς, να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτικών ομάδων του ευρωπαϊκού τόξου, ουσιαστικά του συνταγματικού τόξου: της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, του Ποταμιού και της τότε ΔΗΜΑΡ.

Δεν τα κατάφεραν. Η ΝΔ ανταποκρίθηκε νωχελικά, στην αρχή απλώς με δηλώσεις – αυτό άλλαξε σε έναν βαθμό και η στήριξη κάποιων μεσαίων στελεχών της έγινε λίγο πιο θερμή όταν ήρθε στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, σε μια κίνηση με τεράστια συμβολική σημασία. Το ΠΑΣΟΚ ήταν «εξαντλημένο» από τις εσωκομματικές διεργασίες που έφεραν στην ηγεσία τη Φώφη Γεννηματά και οι οποίες οδήγησαν, σιγά σιγά, στην προσπάθεια απομάκρυνσης του κόμματος από την ευθύνη του στη σωτηρία της χώρας, είτε την περίοδο του πρώτου Μνημονίου είτε την περίοδο της συμμετοχής στις κυβερνήσεις Σαμαρά. Το Ποτάμι κράτησε αποστάσεις από την κινητοποίηση. Και η ΔΗΜΑΡ, μετά την αποχώρηση από την τρικομματική κυβέρνηση, είχε αρχίσει να φυλλοροεί – τα μέλη της εκφράζονταν πια κατά μόνας.

Κι όταν τα πράγματα προχώρησαν και η προκήρυξη του δημοψηφίσματος του Ιουλίου επιτάχυνε τις εξελίξεις, τα κόμματα συμπεριφέρθηκαν ως συνήθως: ανταγωνιζόμενα για τα πρωτεία σε ένα κίνημα που στην αρχή το είχαν σνομπάρει. Δεν έγινε δυνατή ούτε καν η συγκρότηση επιτροπής που θα συντόνιζε την υποστήριξη στο Ναι και η μεγάλη συγκέντρωση στις 3 Ιουλίου στο Παναθηναϊκό Στάδιο διοργανώθηκε μόνο μέσω Διαδικτύου.

Τα κόμματα, δηλαδή, τότε, δεν συνέλαβαν ό,τι είχε κατανοήσει η κοινωνία των πολιτών. Κι αυτό κάνει ακόμα πιο σημαντική την παρουσία των «Μένουμε Ευρώπη»: ενός ακηδεμόνευτου και διεκδικητικού κινήματος πολιτών που τελικά κέρδισε – κι ας μην επωφελήθηκαν προσωπικά οι πρωτεργάτες του. Αν και η σωτηρία της χώρας ήταν και παραμένει η προσωπική τους δικαίωση.
ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ