Σε μετωπική σύγκρουση με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο προχωρούν οι ΗΠΑ, κλιμακώνοντας την πίεση εναντίον ενός θεσμού, τον οποίο η Ουάσιγκτον κατηγορεί τακτικά επί των ημερών του Ντόναλντ Τραμπ για πολιτική μεροληψία και υπέρβαση αρμοδιοτήτων.
Η ανακοίνωση σαρωτικών κυρώσεων από την πλευρά της αμερικανικής διοίκησης σηματοδοτεί μια νέα φάση σ’ αυτή την αντιπαράθεση, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις διεθνώς και επαναφέροντας στο προσκήνιο τη σύγκρουση ανάμεσα στη διεθνή Δικαιοσύνη και την εθνική κυριαρχία.
Η αμερικανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση εμφανίζεται έτσι αποφασισμένη να περιορίσει δραστικά τη δυνατότητα παρέμβασης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου σε υποθέσεις που αφορούν τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Στο επίκεντρο μάλιστα βρίσκεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου απέναντι σε κράτη που δεν έχουν προσχωρήσει στο Καταστατικό της Ρώμης, όπως είναι π.χ. εκτός των ΗΠΑ το Ισραήλ.
Στο επίκεντρο οι έρευνες για τη Γάζα και τα εντάλματα σύλληψης
Προφανώς η αντιπαράθεση συνδέεται άμεσα με τις έρευνες για τον πόλεμο στη Γάζα και τα εντάλματα σύλληψης που έχουν εκδοθεί σε βάρος του Ισραηλινού πρωθυπουργού, Μπένιαμιν Νετανιάχου και του πρώην υπουργού Άμυνας του Ισραήλ, Γιόαβ Γκάλαντ. Η Ουάσιγκτον αμφισβητεί τη νομιμοποίηση αυτών των ενεργειών, υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο επιχειρεί να επιβάλει τη δικαιοδοσία του σε χώρες που δεν την έχουν αποδεχθεί. Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν εξάλλου η αντίδραση του Νετανιάχου, ο οποίος χαιρέτισε τις αμερικανικές κυρώσεις και εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός υποστήριξε ότι δεν πρόκειται για πραγματικό δικαστήριο, αλλά για πολιτικό όργανο που απειλεί, όπως είπε, τις νομοταγείς δημοκρατίες και υπονομεύει την ίδια την έννοια της εθνικής κυριαρχίας.
Αποκλεισμός από χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τεχνολογικές εταιρείες
Οι κυρώσεις που ανακοίνωσε σε βάρος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο προβλέπουν αποκλεισμό του Δικαστηρίου από αμερικανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τεχνολογικές εταιρείες και συναλλαγές σε δολάρια. Παράλληλα, παρέχεται εξάμηνη προθεσμία για τη διακοπή υφιστάμενων επιχειρηματικών σχέσεων με τον οργανισμό. Πρόκειται πάντως για μέτρα που μπορούν να επηρεάσουν σοβαρά την καθημερινή λειτουργία του, με αποτέλεσμα η απάντηση από τη Χάγη να έρθει άμεσα. Από τη δική του πλευρά λοιπόν, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο κατήγγειλε απόπειρα παρεμπόδισης της δικαιοσύνης, ενώ η πρόεδρός του, Τομόκο Ακάνε διαβεβαίωσε ότι οι έρευνες θα συνεχιστούν ανεξάρτητα και αμερόληπτα.
Αντιδράσεις από την ΕΕ και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Αντιδράσεις καταγράφηκαν και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και από διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο δεν θεωρείται προφανώς σύμπτωση το γεγονός ότι η αμερικανική απόφαση ανακοινώθηκε λίγες ώρες ύστερα από την απονομή του Νόμπελ Ειρήνης στη Νοτιοαφρικανή νομικό, Νάβι Πιλάι, πρώην δικαστή του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, η οποία είχε κατ’ επανάληψη μιλήσει για γενοκτονία στη Γάζα, κατηγορώντας ευθέως το Ισραήλ. Η ίδια χαρακτήρισε ως απαράδεκτη την επιβολή κυρώσεων σε βάρος του Δικαστηρίου από τις ΗΠΑ, ωστόσο νωρίτερα το Ισραήλ είχε εκφράσει με τη σειρά του οργή για τη βράβευση της Πιλάι με το Νόμπελ Ειρήνης, οπότε πρακτικά η σύγκρουση υπερβαίνει πλέον την υπόθεση Νετανιάχου και τις διώξεις του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.