Η Τζόρτζια Μελόνι δηλώνει ότι το πακέτο μέτρων προσαρμόζει την εθνική νομοθεσία στο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο.

Στον απόηχο της αυστηροποίησης των κανόνων για το άσυλο από το Ευρωκοινοβούλιο, η Ιταλία γίνεται η πρώτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που λαμβάνει αντίστοιχα αυστηρότερα μέτρα για το Μεταναστευτικό.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Οι σχετικές αποφάσεις εγκρίθηκαν ήδη από το Yπουργικό Συμβούλιο και, όπως τονίστηκε και από την πρωθυπουργό, Τζόρτζια Μελόνι, η δέσμη μέτρων προσαρμόζει την ιταλική νομοθεσία στο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο.

Για να ισχύσουν πάντως τα μέτρα αυτά, θα πρέπει πρώτα να εγκριθούν από το ιταλικό Κοινοβούλιο, διότι επελέγη από το Yπουργικό Συμβούλιο ο δρόμος του νομοσχεδίου και όχι ενός νομοθετικού διατάγματος που θα προκαλούσε αντιδράσεις.

Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των μέτρων, ορίζεται πως σε περιπτώσεις σοβαρής απειλής της δημόσιας τάξης και ασφάλειας η είσοδος στα ιταλικά χωρικά ύδατα θα μπορεί να απαγορεύεται προσωρινά με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου ύστερα από εισήγηση του υπουργού Εσωτερικών και η χρονική διάρκεια αυτής της απαγόρευσης θα κυμαίνεται από έναν έως και έως έξι μήνες.

Πρακτικά, δηλαδή, αυτό σημαίνει ότι η ιταλική κυβέρνηση ανά πάσα στιγμή θα μπορεί να «σφραγίζει» τα θαλάσσια σύνορα και να αποτρέπει κατ’ αυτόν τον τρόπο τη μαζική είσοδο παράτυπων μεταναστών από τις αφρικανικές ακτές.

Σχετικά με το τι ακριβώς θεωρείται «σοβαρή απειλή» που έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή αυτού του μέτρου ορίζονται «ο κίνδυνος παρείσδυσης τρομοκρατών, η έκτακτη μεταναστευτική πίεση, έκτακτα υγειονομικά φαινόμενα παγκόσμιας κλίμακας και διεθνή γεγονότα που απαιτούν έκτακτα μέτρα ασφαλείας».

Για τους παραβάτες αυτών των κανόνων ορίζεται μάλιστα πρόστιμο από 10.000 έως 50.000 ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής –δηλαδή δεύτερης παραβίασης με το ίδιο σκάφος– θα μπορεί να διαταχθεί η κατάσχεσή του.

Το παραπάνω μέτρο και οι σχετικές κυρώσεις προφανώς αφορούν κυρίως τους δουλεμπόρους, ωστόσο η δέσμη παρεμβάσεων της ιταλικής κυβέρνησης περιλαμβάνει και μέτρα ή κυρώσεις για τους παράτυπους μετανάστες. Έτσι, όσοι μετανάστες προσπαθήσουν να εισέλθουν στα ιταλικά χωρικά ύδατα σε περίπτωση απαγόρευσης, θα μεταφέρονται σε τρίτες χώρες με τις οποίες η Ιταλία έχει συνάψει ειδικές συμφωνίες.

Στόχος, δηλαδή, είναι η παραμονή των παράτυπων μεταναστών ή όσων αιτούνται άσυλο σε κλειστά κέντρα εκτός ΕΕ και ο μελλοντικός επαναπατρισμός στις χώρες καταγωγής τους, ενώ θεσπίζονται και αυστηροί κανόνες για την παραμονή των μεταναστών στα κέντρα αυτά, όπως π.χ. ο περιορισμός της χρήσης κινητών τηλεφώνων ή η απαγόρευση λήψης φωτογραφιών.

Όπως τονίζεται μάλιστα από τα ιταλικά ΜΜΕ, πρόκειται κυρίως για συμφωνίες με την Αλβανία, καθώς ήδη έχουν δημιουργηθεί δύο κλειστά κέντρα φιλοξενίας μεταναστών στη Βόρεια Αλβανία.

Η δέσμη μέτρων της ιταλικής κυβέρνησης για το Μεταναστευτικό έρχεται, όπως προαναφέρθηκε, λίγο αφότου το Ευρωκοινοβούλιο ενέκρινε ένα νέο, αυστηροποιημένο κείμενο κανόνων για το άσυλο και τη διαδικασία επεξεργασίας των σχετικών αιτήσεων.

Με τις παρεμβάσεις αυτές ανοίγει ο δρόμος για την ταχεία έως αυτόματη απόρριψη αιτημάτων ασύλου και τις επιστροφές μεταναστών στις χώρες που θεωρούνται ασφαλείς, καθώς αναθεωρείται ριζικά και ο κατάλογος των χωρών αυτών που είχε «ανοίξει» μετά τη μεγάλη προσφυγική κρίση της περιόδου 2015-2016 – όταν δηλαδή η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην Ελλάδα τασσόταν υπέρ της λογικής των ανοιχτών συνόρων και η θάλασσα δεν είχε καθόλου σύνορα...

Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, εναπόκειται στον εκάστοτε να αποδείξει ότι υπάρχει βάσιμος φόβος δίωξης ή κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση που θα επιστραφεί στη χώρα προέλευσής του και θα απορριφθεί η αίτηση ασύλου που έχει καταθέσει, δηλαδή ο ίδιος ο αιτών είναι αυτός που έχει πλέον το βάρος απόδειξης.

Παράλληλα, οι νέοι κανόνες επιτρέπουν στις χώρες-μέλη της ΕΕ να προχωρήσουν σε συμφωνίες για τη δημιουργία σε τρίτες χώρες εκτός ΕΕ κέντρων κράτησης αντίστοιχων με αυτών που έχουν δημιουργηθεί στην Αλβανία μετά τη συμφωνία με την ιταλική κυβέρνηση.

Αν και οι αλλαγές αυτές προκύπτουν από το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση που εγκρίθηκε το 2023, εκτιμάται ότι θα εφαρμοστούν πλήρως το φετινό καλοκαίρι.