Κατηγορηματικός εμφανίζεται ο υφυπουργός Υγείας, Μάριος Θεμιστοκλέους, αναφορικά με το μέλλον των δομών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), διαψεύδοντας τα σενάρια περί λουκέτων σε νοσοκομεία.
Σε μια εφ' όλης της ύλης συνέντευξη στην εφημερίδα «Παραπολιτικά», ο κ. Θεμιστοκλέους ξεκαθάρισε τη στρατηγική της κυβέρνησης για τη δημόσια υγεία, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα καθησυχασμού προς τους πολίτες και τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία.
Ο υφυπουργός τόνισε με έμφαση ότι ο νέος υγειονομικός χάρτης της χώρας, ο οποίος βρίσκεται υπό κατάρτιση, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να λειτουργήσει ως «οδηγός» για τη μείωση ή τη συρρίκνωση των δημόσιων δομών.
Αντίθετα, στόχος του είναι η ορθολογική κατανομή των πόρων και η βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών ανά περιφέρεια.
Η συνέντευξη Θεμιστοκλέους:
ΕΡΩΤΗΣΗ: Κύριε Θεμιστοκλέους, είστε ο μόνος που υποστηρίζει ότι τα χρέη των νοσοκομείων του ΕΣΥ όλης της χώρας προς τρίτους έχουν μειωθεί δραστικά τα τελευταία χρόνια, αλλά όλες οι μετρήσεις οι οποίες βλέπουν το φως της δημοσιότητας δείχνουν ότι τα νοσοκομεία του ΕΣΥ εξακολουθούν να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Τι συμβαίνει τελικά;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Εχει ήδη τεθεί σε λειτουργία το κεντρικό σύστημα παραγγελιοληψίας φαρμάκων, μέσω του οποίου η διαχείριση της φαρμακευτικής δαπάνης περνά σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο ελέγχου και διαφάνειας. Πρόκειται για μια αλλαγή που για δεκαετίες συζητούνταν, αλλά δεν είχε υλοποιηθεί. Το επόμενο κρίσιμο βήμα είναι η έγκαιρη εκκαθάριση του μηχανισμού clawback, ώστε να εκλείψει η δημιουργία ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων στο σκέλος της φαρμακευτικής δαπάνης. Παράλληλα, ενεργοποιούνται τα μητρώα προμηθευτών και υγειονομικών υλικών, ενώ μέσα στον επόμενο χρόνο προχωρούμε στην εφαρμογή δυναμικών συστημάτων αγορών, ενός σύγχρονου μοντέλου προμηθειών που εφαρμόζεται διεθνώς και το οποίο θα επιτρέπει μεγαλύτερη διαφάνεια, καλύτερες τιμές και αποτελεσματικότερο έλεγχο των δαπανών. Δεν ισχυρίζομαι ότι ένα πρόβλημα που συσσωρευόταν επί δεκαετίες λύνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Ισχυρίζομαι, όμως, ότι για πρώ τη φορά υπάρχει ένα συνεκτικό επιχειρησιακό σχέδιο που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί συνολικά το σύστημα προμηθειών της δημόσιας Υγείας.
ΕΡ.: Μπορείτε να μας δώσετε ένα νούμερο το οποίο να αποτελεί τα συσσωρευμένα χρέη των νοσοκομείων του ΕΣΥ όλης της χώρας προς τρίτους; Σε ποιο ύψος φτάνουν σήμερα;
ΑΠ.: Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των νοσοκομείων στις 31 Δεκεμβρίου 2023 ανέρχονταν σε 1,28 δισ. ευρώ. Στις 31 Δεκεμβρίου 2024 είχαν περιοριστεί στο 1,02 δισ. ευρώ και στις 31 Δεκεμβρίου 2025 στα 560 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο ληξιπρόθεσμων οφειλών των νοσοκομείων προς προμηθευτές των τελευταίων ετών. Είμαι βέβαιος ότι πολλοί θα περίμεναν η εικόνα να είναι ακόμα καλύτερη ή ακόμα και να έχει δοθεί ήδη οριστική λύση στο πρόβλημα. Ομως, δεν αντιμετωπίζουμε απλώς ένα λογιστικό ζήτημα. Αντιμετωπίζουμε ένα διαχρονικό πρόβλημα, που είναι άρρηκτα συνδε δεμένο με τον τρόπο λειτουργίας των προμηθειών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Για πρώτη φορά δεν προσπαθούμε απλώς να μειώσουμε τα ληξιπρόθεσμα. Αλλάζουμε τον μηχανισμό που ταπαράγει.
ΕΡ.: Μια από τις πιο σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο χώρο της Υγείας θα είναι η ψηφιακή διαχείριση των ογκολογικών ασθενών. Καταρχάς, έχει καθυστερήσει το έργο; Και, δεύτερον, θα μπορούσατε να μας δώσετε ένα πρακτικό παράδειγμα το οποίο να μας εξηγεί ποια προβλήματα θα επιλύσει αυτή η μεταρρύθμιση;
ΑΠ.: Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της ογκολογικής φροντίδας δεν είναι ένα έργο πληροφορικής. Είναι μια μεταρρύθμιση που μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά την ποιότητα της θερα πείας και της παρακολούθησης των ασθενών. Για έναν άνθρωπο που δίνει μάχη με τον καρκίνο, ο χρόνος, η σωστή πληροφόρηση και ο συντονισμός των επαγγελματιών Υγείας είναι καθοριστικοί παράγοντες. Ηδη λειτουργεί το Εθνικό Μητρώο Ασθενών με Νεοπλασματικές Ασθένειες, το οποίο διασυνδέεται με τον Εθνικό Ηλεκτρονικό Φάκελο Υγείας και δίνει στους γιατρούς άμεση πρόσβαση στις πληροφορίες που χρειάζονται για να λαμβάνουν καλύτερες και ταχύτερες αποφάσεις. Ενα απλό παράδειγμα: Σήμερα ένας ογκολογικός ασθενής συχνά χρειάζεται να μεταφέρει ο ίδιος εξετάσεις και γνωματεύσεις από γιατρό σε γιατρό και από νοσοκομείο σε νοσοκομείο. Με το νέο σύστημα, το ιστορικό του θα είναι άμεσα διαθέσιμο στους θεράποντες ιατρούς, μειώνοντας καθυστερήσεις, επαναλήψεις εξετάσεων και περιττή ταλαιπωρία. Παράλληλα, μια νέα εφαρμογή για κινητά θα επιτρέπει στον ασθενή να βλέπει το θεραπευτικό του πλάνο, να λαμβάνει υπενθυμίσεις, να επικοινωνεί ευκολότερα με την ιατρική του ομάδα και να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης.
ΕΡ.: Τελικά, μήπως η οριστική λύση για την πλήρη υγειονομική κάλυψη των απομακρυσμένων περιοχών και των νησιών της χώρας μας είναι η ανάπτυξη των αεροδιακομιδών και της τηλεϊατρικής και όχι οι προσπάθειες να δοθούν κίνητρα για την εγκατάσταση νέων γιατρών σε αυτές τις περιοχές;
ΑΠ.: Ούτε η τηλεϊατρική μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως τον γιατρό που βρίσκεται δίπλα στον πολίτη ούτε οι αεροδιακομιδές μπορούν να καλύψουν όλες τις ανάγκες μιας τοπικής κοινωνίας. Γι’ αυτό και η στρατηγική μας βασίζεται στον συνδυασμό όλων των διαθέσιμων εργαλείων. Από τη μία πλευρά ενισχύουμε συνεχώς τα οικονομικά και θεσμικά κίνητρα για την προσέλκυση γιατρών στις νησιωτικές και άγονες περιοχές. Από την άλλη, επενδύουμε δυναμικά στην τηλεϊατρική, ώστε ένας πολίτης σε ένα μικρό νησί να μπορεί να έχει πρόσβαση σε εξειδικευμένες ιατρικές υπηρεσίες χωρίς να χρειάζεται να μετακινηθεί. Παράλληλα, αναβαθμίζουμε το δίκτυο αεροδιακομιδών για τα επείγοντα περιστατικά, όπου ο χρόνος μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός για τη ζωή ενός ασθενούς.
ΕΡ.: Εχετε πει, κι εσείς και ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, ότι δεν πρόκειται να κλείσουν ή να συγχωνευθούν νοσοκομεία του ΕΣΥ ή άλλες υγειονομικές μονάδες. Το ερώτημα τότε είναι: Για ποιον λόγο καταρτίζεται ο υγειονομικός χάρτης της χώρας, αν πρόκειται όλα να παραμείνουν ως έχουν;
ΑΠ.: Ο υγειονομικός χάρτης δεν είναι σχέδιο κλεισίματος νοσοκομείων. Δεν φτιάχνουμε χάρτη για να κατεδαφίσουμε. Φτιάχνουμε χάρτη για να οικοδομήσουμε καλύτερα. Η χώρα μας σήμερα είναι διαφορετική από ό,τι ήταν πριν από 20 ή 30 χρόνια. Τα δημογραφικά δεδομένα έχουν αλλάξει, οι ανάγκες υγείας του πληθυσμού έχουν αλλάξει και οι δυνατότητες της Ιατρικής έχουν επίσης αλλάξει. Δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε το Εθνικό Σύστημα Υγείας του αύριο με δεδομένα του χθες. Ο υγειονομικός χάρτης μάς δίνει για πρώτη φορά μια ολοκληρωμένη εικόνα των πραγματικών αναγκών υγείας του πληθυσμού, των ελλείψεων, των δυνατοτήτων και των προοπτικών κάθε περιοχής.