Η υπόθεση της Marfin, που παρέμενε ανοιχτή από τον Μάιο του 2010, εισέρχεται σε νέα φάση μετά τις συλλήψεις των δύο κατηγορουμένων από στελέχη της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.
Σε βάρος των δύο 42χρονων ασκήθηκε δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή, ενώ οι ίδιοι ζήτησαν και έλαβαν προθεσμία για να απολογηθούν την Τρίτη.
Υπό αυστηρή φρούρηση στην ανακρίτρια
Οι δύο κατηγορούμενοι μεταφέρθηκαν το απόγευμα της Παρασκευής (1-/7) από τη ΓΑΔΑ στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων, υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και απόλυτη μυστικότητα.
Λίγο μετά τις 17:00 βγήκαν από το πίσω μέρος του κτιρίου της ΓΑΔΑ, μακριά από τις τηλεοπτικές κάμερες. Σύμφωνα με πληροφορίες, εμφανίστηκαν ψύχραιμοι και ζήτησαν να επικοινωνήσουν με τους δικηγόρους τους.
Ο ένας συνελήφθη στα Άνω Λιόσια, όπου διέμενε, ενώ ο δεύτερος εντοπίστηκε σε διαμέρισμα βραχυχρόνιας μίσθωσης στα Πατήσια.
Οι δύο άνδρες αντιμετωπίζουν το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, καθώς τα υπόλοιπα αδικήματα της αρχικής δικογραφίας εκτιμάται ότι έχουν παραγραφεί.
Παράλληλα, οι δικαστικές Αρχές αναζητούν μία 46χρονη γυναίκα, η οποία φέρεται να έχει εμπλοκή στην υπόθεση και τα τελευταία χρόνια διαμένει στη Βρετανία. Για εκείνη αναμένεται να εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψης.
Οι τρεις άνθρωποι που χάθηκαν στη φωτιά
Η εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin Egnatia Bank είχε στοιχίσει τη ζωή στην Αγγελική Παπαθανασοπούλου, που ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος, στην Παρασκευή Ζούλια και στον Επαμεινώνδα Τσάκαλη, οι οποίοι εγκλωβίστηκαν στο φλεγόμενο κτίριο.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., οι δύο συλληφθέντες και η γυναίκα που αναζητείται φέρονται να συμμετείχαν στον σχεδιασμό και την εκτέλεση της επίθεσης.
Το ανώνυμο e-mail που άνοιξε ξανά τον φάκελο
Καθοριστική αποδείχθηκε μία ανώνυμη ηλεκτρονική καταγγελία, η οποία έφτασε στις Αρχές στις αρχές του 2025.
Το e-mail κατονόμαζε συγκεκριμένα πρόσωπα ως εμπλεκόμενα στην επίθεση. Αν και τα πρόσωπα αυτά ήταν ήδη γνωστά στις διωκτικές Αρχές, δεν είχαν συμπεριληφθεί στους βασικούς υπόπτους της αρχικής έρευνας.
Η πληροφορία οδήγησε στην επανεξέταση της δικογραφίας και στην αξιοποίηση νέων στοιχείων με σύγχρονες ανακριτικές μεθόδους.
Τα ευρήματα του 2020 που αποδείχθηκαν καθοριστικά
Σημαντικό ρόλο στην εξιχνίαση της υπόθεσης έπαιξε υλικό που είχε κατασχεθεί σε διαφορετική έρευνα της Αντιτρομοκρατικής.
Τον Σεπτέμβριο του 2020, σε επιχείρηση σε αποθήκη στο Κουκάκι, είχαν βρεθεί εκρηκτικές ύλες, πυροκροτητές, χρονοδιακόπτες και πυρομαχικά.
Κατά την έρευνα στο σπίτι γνωστού αντιεξουσιαστή κατασχέθηκε ψηφιακό αρχείο με φωτογραφίες και βίντεο, όπου εμφανίζονταν οι τρεις σημερινοί κατηγορούμενοι.
Το υλικό διαβιβάστηκε αργότερα στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών, το οποίο το συνέκρινε με τα βίντεο από την επίθεση στη Marfin.
Οι αξιωματικοί εντόπισαν κοινά χαρακτηριστικά, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στον ρουχισμό των κουκουλοφόρων, που σύμφωνα με τις πληροφορίες ταυτιζόταν με εκείνον που φορούσαν τα ίδια πρόσωπα στις κατασχεμένες φωτογραφίες.
Τα νέα ευρήματα ενσωματώθηκαν στη συμπληρωματική δικογραφία και αποτέλεσαν τη βάση για την έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης.
Η τραγωδία της 5ης Μαΐου 2010
Η επίθεση σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της μεγάλης διαδήλωσης για την ψήφιση του πρώτου Μνημονίου.
Ομάδα κουκουλοφόρων έσπασε τις τζαμαρίες του υποκαταστήματος της Marfin στη συμβολή των οδών Σταδίου και Αιόλου και πέταξε μολότοφ και εύφλεκτο υγρό στο εσωτερικό του κτιρίου.
Εκείνη την ώρα περίπου 30 εργαζόμενοι βρίσκονταν μέσα στην τράπεζα. Οι φλόγες εξαπλώθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, ενώ οι πυκνοί καπνοί εγκλώβισαν όσους δεν κατάφεραν να διαφύγουν.
Η Πυροσβεστική απεγκλώβισε αρκετούς εργαζόμενους, όμως η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η Παρασκευή Ζούλια και ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης έχασαν τη ζωή τους από ασφυξία λόγω των τοξικών αναθυμιάσεων.
Η συγκλονιστική μαρτυρία της Μαρίας Καραγιάννη
Λίγες ώρες μετά τις συλλήψεις, η επιζήσασα της τραγωδίας Μαρία Καραγιάννη μίλησε για πρώτη φορά, περιγράφοντας όσα έζησε μέσα στο φλεγόμενο κτίριο.
Η ίδια χαρακτήρισε τη σημερινή εξέλιξη εξαιρετικά φορτισμένη, εκφράζοντας την ελπίδα να ολοκληρωθεί επιτέλους η πολύχρονη δικαστική διαδρομή.
Όπως είπε, από τον φόβο που επιστρέφει στη μνήμη της ακολουθεί ο θυμός, ενώ παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει αν θα μπορούσε ποτέ να μιλήσει στους ανθρώπους που κατηγορούνται για την επίθεση.
Η Μαρία Καραγιάννη υποστήριξε πως οι δράστες γνώριζαν ότι μέσα στο κτίριο υπήρχαν εργαζόμενοι.
Βίωσα επιθανάτια αγωνία επί 40 λεπτά. Είναι σαν να μπαίνει ένα δηλητήριο στο μυαλό σου και η απελπισία που προκαλεί είναι απερίγραπτη».
Παράλληλα σημείωσε πως η σύλληψη των κατηγορουμένων δεν μπορεί να φέρει πίσω τους ανθρώπους που χάθηκαν.
«Δεν υπάρχει λύτρωση, αφού ο θάνατος είναι κάτι μη αναστρέψιμο».
Σε άλλο σημείο της συνέντευξής της τόνισε: «Μου είναι αδιανόητο να κυκλοφορούν ελεύθεροι και να χαίρονται τη ζωή τους, και οι άλλοι να είναι νεκροί».
Η ίδια αποκάλυψε ότι ακόμη και σήμερα ακούει στη μνήμη της τη φωνή της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, ενώ εξήγησε πως για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορούσε να βγει ούτε από το σπίτι της, καθώς πίστευε ότι κινδύνευε ανά πάσα στιγμή.
Η Μαρία Καραγιάννη, η οποία ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που απεγκλωβίστηκε από το κτίριο με τη βοήθεια της Πυροσβεστικής, παραδέχθηκε ότι οι εφιάλτες και οι ενοχές τη συνόδευαν για χρόνια, αναρωτώμενη διαρκώς γιατί εκείνη σώθηκε, ενώ οι τρεις συνάδελφοί της όχι.
Τέλος, ο δικηγόρος επιζώντων Θρασύβουλος Κονταξής χαρακτήρισε τις εξελίξεις «μία λύτρωση, μία δικαίωση για τα θύματα και τις οικογένειές τους», ενώ ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης δήλωσε πως: «Η δημοκρατία μας πάντα νικά στο τέλος, δεν νικά εκδικητικά, οι νίκες της έχουν να κάνουν με τη δικαίωση και την απόδοση δικαίου που πρέπει κάθε φορά να γίνεται στο πλαίσιο του Συντάγματος και των νόμων. Δεν νοείται έγκλημα, αφαίρεση ζωής χωρίς απόδοση δικαιοσύνης».