Η Αλβανία, το Κόσοβο και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη εξετάζουν μεγάλες εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ και την ανάπτυξη νέων υποδομών, καθώς επιδιώκουν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τη Ρωσία, να μειώσουν τη χρήση άνθρακα και να αυξήσουν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Οι κυβερνήσεις της περιοχής παρουσιάζουν το φυσικό αέριο ως καύσιμο μετάβασης, απαραίτητο για τη σταθερότητα των ενεργειακών συστημάτων τους. Στις Βρυξέλλες, ωστόσο, εκφράζονται αμφιβολίες για το κατά πόσο ορισμένα έργα είναι αναγκαία και συμβατά με τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή στρατηγική της ΕΕ, ιδιαίτερα επειδή αρκετές από αυτές τις αγορές έχουν σήμερα ελάχιστη ή μηδενική κατανάλωση φυσικού αερίου.
Η σύγκρουση με τους στόχους απανθρακοποίησης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στόχο την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050, με τις υποψήφιες χώρες να καλούνται να ευθυγραμμιστούν με τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων και την αύξηση των ανανεώσιμων πηγών.
Ο Άντρας Χούιμπερ, αρμόδιος για την ενεργειακή διπλωματία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στα Δυτικά Βαλκάνια, προειδοποίησε σε φόρουμ στη Βιέννη ότι η εισαγωγή φυσικού αερίου «φαίνεται να αντιβαίνει» στον στόχο της απανθρακοποίησης. Όπως τόνισε, υπάρχει κίνδυνος οι συμφωνίες να υπερβούν την ανάγκη αντικατάστασης των ρωσικών προμηθειών και να οδηγήσουν τελικά σε μεγαλύτερη κατανάλωση αερίου.
«Δεν θα πρέπει να τοποθετούμε φυσικό αέριο σε αγορές που δεν έχουν φυσικό αέριο», σημείωσε.
Την ίδια ώρα, ο αμερικανικός ενεργειακός κλάδος επιχειρεί να αξιοποιήσει τόσο την ταχεία απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό αέριο όσο και τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας από τον πόλεμο του Ιράν. Η πολιτική αυτή εντάσσεται στη στρατηγική της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ για ενίσχυση της αμερικανικής «ενεργειακής κυριαρχίας».
Η διαμάχη για τον αγωγό της Βοσνίας
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η προκαταρκτική συμφωνία ΗΠΑ και Βοσνίας-Ερζεγοβίνης για αγωγό που θα μεταφέρει αέριο από το κροατικό νησί Κρκ προς τη Βοσνία.
Η αντιπαράθεση εντάθηκε όταν το βοσνιακό κοινοβούλιο κατοχύρωσε νομοθετικά την AAFS, μικρή εταιρεία που διοικείται από πρόσωπα με στενές σχέσεις με τον Τραμπ, ως βασικό διαχειριστή του έργου. Η επιλογή προκάλεσε καταγγελίες για πιθανή διαφθορά, πέρα από τις ενστάσεις για τις κλιματικές επιπτώσεις και τη μακροχρόνια χρήση φυσικού αερίου.
Αξιωματούχοι της ΕΕ έχουν προειδοποιήσει ότι η υπόθεση θα μπορούσε να επηρεάσει ακόμη και την ενταξιακή πορεία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Ο Χούιμπερ ανέφερε ότι ο πρέσβης της ΕΕ έχει ήδη επισημάνει εγγράφως προβλήματα γύρω από το έργο και ότι η Επιτροπή σκοπεύει να παρακολουθήσει την υπόθεση, χωρίς να διευκρινίσει τα επόμενα βήματα.
Εσωτερική αλληλογραφία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με το POLITICO, καταγράφει ανάλογες ανησυχίες τόσο για την έλλειψη διαφάνειας στη σύμβαση με την AAFS όσο και για τους κινδύνους από την επέκταση της χρήσης φυσικού αερίου.
Ενεργειακή Κοινότητα: «Ίσοι κανόνες για όλους»
Ανησυχίες έχει εκφράσει και η Ενεργειακή Κοινότητα, η οποία βοηθά τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες να ευθυγραμμίσουν το ενεργειακό και κανονιστικό τους πλαίσιο με εκείνο της ΕΕ. Σε αυτή συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η Αλβανία, το Κόσοβο, η Σερβία, η Γεωργία, η Μολδαβία, το Μαυροβούνιο και η Βόρεια Μακεδονία.
Ο επικεφαλής της, Άρτουρ Λορκόφσκι, υπογράμμισε ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν καθορίζει ποιος πρέπει να είναι ο προμηθευτής αερίου, αλλά απαιτεί ίσους όρους ανταγωνισμού, διαφάνεια και δικαιοσύνη.
«Δεν θέλουμε η Βοσνία να αποτελεί εξαίρεση ή να παρέχει προνομιακή πρόσβαση στην αγορά», δήλωσε, τονίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν συμβατό με τη νομοθεσία της ΕΕ.
Οι συμφωνίες με ΗΠΑ και Ελλάδα
Οι συμφωνίες που βρίσκονται στο επίκεντρο δεν έχουν ακόμη επικυρωθεί. Η διασύνδεση της Βοσνίας χρειάζεται την έγκριση της άνω βουλής της χώρας.
Στην Αλβανία, το σχέδιο προβλέπει 20ετή προμήθεια φυσικού αερίου σε συνεργασία με την Ελλάδα και την αμερικανική Venture Global. Προς το παρόν υπάρχει μόνο μνημόνιο κατανόησης και αναμένεται η ολοκλήρωση μελέτης σκοπιμότητας.
Το Κόσοβο επίσης δεν έχει λάβει οριστική απόφαση, ενώ Σερβία και Βόρεια Μακεδονία αναμένεται να αποκτήσουν πρόσβαση σε αμερικανικό LNG μέσω σχεδιαζόμενων διασυνδέσεων με την Ελλάδα.
Εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας δεν απάντησε σε ερωτήματα για τη διαφάνεια των συμφωνιών ή τον κίνδυνο μακροχρόνιας εξάρτησης από το LNG. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι η ενεργειακή συνεργασία θα ενισχύσει τη σταθερότητα, το εμπόριο και την ευημερία, θα μειώσει τις τιμές και θα βοηθήσει την Αλβανία και τη Βοσνία να περιορίσουν την εξάρτησή τους από το ρωσικό αέριο.
Γιατί οι βαλκανικές χώρες επιμένουν στο φυσικό αέριο
Οι κυβερνήσεις των Δυτικών Βαλκανίων υποστηρίζουν ότι η εγκατάλειψη του άνθρακα και η αυξανόμενη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών απαιτούν μια σταθερή εφεδρική πηγή ενέργειας για τις περιόδους κατά τις οποίες μειώνεται η παραγωγή από πιο μεταβλητές πηγές.
Στην Αλβανία, όπου κυριαρχεί η υδροηλεκτρική ενέργεια, κυβερνητικός αξιωματούχος υποστήριξε ότι οι ξηρασίες που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή περιορίζουν τις ροές των ποταμών και μειώνουν την αξιοπιστία της παραγωγής. Το φυσικό αέριο αντιστοιχεί σήμερα μόλις στο 1,8% του αλβανικού ενεργειακού μείγματος, αλλά τα Τίρανα θεωρούν την ανάπτυξη των σχετικών υποδομών κρίσιμη για τη διαφοροποίηση των πηγών και σχεδιάζουν περιφερειακό κόμβο φυσικού αερίου στην Αυλώνα.
Αντίστοιχα, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη διαθέτει σήμερα μόνο έναν αγωγό που μεταφέρει ρωσικό φυσικό αέριο, γεγονός που περιορίζει τις εναλλακτικές της σε περίπτωση διακοπής του εφοδιασμού.
Εκπρόσωπος του ομοσπονδιακού υπουργείου Ενέργειας της χώρας δήλωσε ότι η Νότια Διασύνδεση αποσκοπεί στον τερματισμό της εξάρτησης από μία μόνο οδό και πηγή εφοδιασμού και στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας. Όπως τόνισε, το φυσικό αέριο αντιμετωπίζεται ως καύσιμο μετάβασης και όχι ως «ο τελικός προορισμός» της ενεργειακής πολιτικής.
Το ευρωπαϊκό ενεργειακό παράδοξο
Το ζήτημα αναδεικνύει ένα ευρύτερο δίλημμα για τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. Η ΕΕ ζητεί από αυτές απανθρακοποίηση και περιορισμό της εξάρτησης από τη Ρωσία, αλλά διαθέτει περιορισμένη εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου και δεν χρηματοδοτεί νέα έργα υποδομών αερίου στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται σημαντικά από το αμερικανικό LNG μετά τη δραστική μείωση των ρωσικών εισαγωγών.
Ο Λορκόφσκι υποστήριξε ότι η στενότερη ενσωμάτωση των Βαλκανίων στην ευρωπαϊκή αγορά θα τους επιτρέψει να προμηθεύονται αέριο με τους ίδιους κανόνες που ισχύουν στην ΕΕ, ακόμη και αν αυτό είναι τελικά αμερικανικής προέλευσης.
«Θα είναι αμερικανικό φυσικό αέριο επειδή δεν παράγεται φυσικό αέριο στην Ευρωπαϊκή Ένωση», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη μέρος της στρατηγικής των ΗΠΑ για ενεργειακή κυριαρχία.
«Δεν μπορείς να κατηγορήσεις κάποιον επειδή αφιέρωσε χρόνο για να πουλήσει ό,τι έχει», πρόσθεσε. «Δεν βλέπω την ΕΕ να είναι σε θέση να παράσχει το φυσικό αέριο».