Από τις τράπεζες και τις κεφαλαιαγορές έως την Τεχνητή Νοημοσύνη, ο πρόεδρος του Eurogroup περιέγραψε στο Βερολίνο μια Ευρώπη που πρέπει να ξεπεράσει τον κατακερματισμό της.
Υπάρχει μια λέξη που διατρέχει σχεδόν ολόκληρη τη συζήτηση για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα: κλίμακα. Η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρές επιχειρήσεις, υψηλό επίπεδο αποταμιεύσεων, τεχνογνωσία και σημαντικά τεχνολογικά πλεονεκτήματα σε επιμέρους τομείς. Εκεί όπου εξακολουθεί να υστερεί είναι στη δυνατότητα να μετατρέπει αυτά τα πλεονεκτήματα σε μέγεθος, χρηματοδότηση και επιχειρήσεις ικανές να ανταγωνιστούν τους αμερικανικούς και κινεζικούς ομίλους.
Αυτό ήταν και το νήμα που συνέδεσε την παρέμβαση του Κυριάκου Πιερρακάκη στο Jacques Delors Centre της Hertie School στο Βερολίνο. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup τοποθέτησε στο κέντρο της ευρωπαϊκής ατζέντας την ενοποίηση των αγορών, υποστηρίζοντας ότι η περίοδος κατά την οποία κάθε κράτος μπορούσε να προτάσσει τους δικούς του «εθνικούς αστερίσκους» πλησιάζει στα όριά της. Το κόστος της αδράνειας, όπως είπε, γίνεται πλέον μεγαλύτερο και περισσότερο ορατό.
Το ευρωπαϊκό πρόβλημα της κλίμακας
Αν έπρεπε να επιλέξει μία προτεραιότητα, ο Πιερρακάκης θα επέλεγε την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, δηλαδή την προσπάθεια να συνδεθούν βαθύτερα οι ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές και το τραπεζικό σύστημα. Η λογική είναι απλή. Η Ευρώπη διαθέτει τρισεκατομμύρια ευρώ ιδιωτικών αποταμιεύσεων, όμως σημαντικό μέρος τους παραμένει σε τραπεζικούς λογαριασμούς αντί να κατευθύνεται σε παραγωγικές επενδύσεις.
Το αποτέλεσμα φαίνεται ιδιαίτερα στις νεοφυείς επιχειρήσεις. Μια ευρωπαϊκή startup που θέλει να μεγαλώσει συχνά στρέφεται στις ΗΠΑ, σε αμερικανικά venture capital funds ή επενδυτικές τράπεζες, επειδή η ευρωπαϊκή αγορά εξακολουθεί να είναι κατακερματισμένη. Η φιλοδοξία της νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής είναι ακριβώς να καταστήσει αυτή τη μετακίνηση επιλογή και όχι αναγκαιότητα.
Σε αυτό το πλαίσιο ενέταξε ο Πιερρακάκης και το νέο ελληνικό πρόγραμμα αποταμίευσης για τα παιδιά, στο οποίο το κράτος θα αντιστοιχίζει την επένδυση της οικογένειας έως συγκεκριμένο ετήσιο ποσό για τα πρώτα 18 χρόνια. Πρόκειται, σύμφωνα με τον ίδιο, για μια εθνική εφαρμογή της ίδιας φιλοσοφίας: οι αποταμιεύσεις να αποκτήσουν σταδιακά επενδυτικό χαρακτήρα.
Μεγαλύτερες τράπεζες, περισσότερη χρηματοδότηση
Η ίδια ανάγκη κλίμακας αφορά και τις τράπεζες. Ο πρόεδρος του Eurogroup υποστήριξε ότι η ενοποίηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα έχει υποχωρήσει μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, την ώρα που οι ευρωπαϊκές τράπεζες επενδύουν λιγότερα στην τεχνολογία σε σύγκριση με τους αμερικανικούς και κινεζικούς ανταγωνιστές τους.
Η κατεύθυνση που περιέγραψε είναι σαφής: μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες, ικανές να πραγματοποιούν τις απαιτούμενες τεχνολογικές επενδύσεις, να χρηματοδοτούν περισσότερο τις επιχειρήσεις και να αυξάνουν τη ρευστότητα στην οικονομία. Το θέμα, επομένως, ξεπερνά τη συζήτηση για το μέγεθος των τραπεζικών ομίλων. Αφορά τελικά το πόσο εύκολα μπορεί μια επιχείρηση να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξή της και πόσο ανταγωνιστική μπορεί να γίνει η ευρωπαϊκή οικονομία.
Από τις 27 δημοπρασίες του 5G σε μία ευρωπαϊκή λογική
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του κατακερματισμού ήρθε από τις τηλεπικοινωνίες. Κατά τη μετάβαση στο 5G, οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν μία δημοπρασία φάσματος, ενώ στην Ευρώπη πραγματοποιήθηκαν 27 διαφορετικές διαδικασίες. Κάθε χώρα κινήθηκε με τους δικούς της κανόνες, παρότι η Ευρώπη διέθετε ήδη δύο παγκόσμιους τεχνολογικούς παίκτες στις υποδομές, την Ericsson και τη Nokia.
Ο Πιερρακάκης πρότεινε η Ευρώπη να μην επαναλάβει το ίδιο μοντέλο στο 6G και στο διαστημικό φάσμα. Μια κοινή ή τουλάχιστον συντονισμένη ευρωπαϊκή διαδικασία θα μπορούσε να δημιουργήσει ενιαία αγορά, ενώ μέρος των εσόδων θα μπορούσε να κατευθυνθεί στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και μέρος στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ώστε μέσω μόχλευσης να χρηματοδοτηθούν νέες τεχνολογικές επενδύσεις.
Εδώ βρίσκεται ίσως και το πιο ενδιαφέρον πολιτικό στοιχείο της παρέμβασής του: η συζήτηση για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό μετακινείται από τη μόνιμη αντιπαράθεση γύρω από το ποιος πληρώνει και ποιος εισπράττει προς την αναζήτηση νέων κοινών ευρωπαϊκών πόρων. Η λογική θυμίζει περισσότερο επενδυτικό σχεδιασμό παρά παραδοσιακή δημοσιονομική διαπραγμάτευση.
Η άμυνα ως ευρωπαϊκό δημόσιο αγαθό
Αντίστοιχη είναι η προσέγγιση για την άμυνα. Το Eurogroup πρόκειται να ασχοληθεί περισσότερο με το θέμα, παρότι τυπικά δεν ανήκει στον παραδοσιακό πυρήνα των αρμοδιοτήτων του, επειδή οι αμυντικές δαπάνες αποκτούν πλέον ισχυρή δημοσιονομική διάσταση.
Οι κοινές προμήθειες μπορούν να περιορίσουν το κόστος και να δημιουργήσουν μεγαλύτερες ευρωπαϊκές αγορές για την αμυντική βιομηχανία. Πίσω από αυτή τη θέση υπάρχει μια ευρύτερη μετατόπιση: άμυνα, ενέργεια και ορισμένες κρίσιμες τεχνολογικές υποδομές αντιμετωπίζονται όλο και περισσότερο ως ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά, για τα οποία ο κατακερματισμός σε 27 εθνικές πολιτικές περιορίζει τόσο τις οικονομίες κλίμακας όσο και την καινοτομία.
Το ελληνικό παράδειγμα στο Βερολίνο
Η παρουσία ενός Έλληνα προέδρου του Eurogroup στο Βερολίνο είχε αναπόφευκτα και έναν συμβολισμό που θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς πριν από μία δεκαετία. Η Ελλάδα, που βρέθηκε τότε στο επίκεντρο της κρίσης της Ευρωζώνης, παρουσιάστηκε αυτή τη φορά ως παράδειγμα της απόδοσης των μεταρρυθμίσεων.
Ο Πιερρακάκης απέφυγε τη λογική των «μαθημάτων» προς τη Γερμανία, επιμένοντας ότι οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να αντλούν έμπνευση η μία από την άλλη. Παρέθεσε, ωστόσο, την αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους από σχεδόν 210% του ΑΕΠ μετά την πανδημία σε περίπου 138% φέτος, μαζί με τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, την ανάπτυξη και την πτώση της ανεργίας, ως απόδειξη ότι οι μεταρρυθμίσεις μπορούν να δημιουργήσουν έναν ενάρετο κύκλο. Παράλληλα αναγνώρισε ότι η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρή πίεση στο κόστος ζωής και ότι χρειάζεται περαιτέρω αύξηση των μέσων μισθών.
Η Ευρώπη και η Τεχνητή Νοημοσύνη
Στην Τεχνητή Νοημοσύνη, η προσέγγιση που παρουσίασε ήταν περισσότερο επιλεκτική. Η Ευρώπη δύσκολα μπορεί να αναπαράγει σε κάθε επίπεδο τις δυνατότητες των ΗΠΑ και της Κίνας. Μπορεί, όμως, να εντοπίσει εκείνα τα πεδία στα οποία βρίσκεται κοντά στην τεχνολογική αιχμή και να συγκεντρώσει σε αυτά κεφάλαια και πολιτική προσοχή.
Η βασική έννοια που χρησιμοποίησε ήταν η αποφυγή της «ασύμμετρης αλληλεξάρτησης». Η Ευρώπη θα παραμείνει αλληλεξαρτώμενη με τις ΗΠΑ, την Κίνα και τις υπόλοιπες μεγάλες οικονομίες, όμως χρειάζεται δικές της δυνατότητες σε κρίσιμα σημεία της τεχνολογικής αλυσίδας. Εκεί όπου η απόσταση είναι ήδη πολύ μεγάλη, όπως στους hyperscalers του cloud, η ευρωπαϊκή κυριαρχία μπορεί να ασκηθεί περισσότερο μέσω του ελέγχου και της ρύθμισης. Στην Τεχνητή Νοημοσύνη, αντιθέτως, υπάρχουν ακόμη ευρωπαϊκές εταιρείες και επιμέρους τομείς στους οποίους η απόσταση μπορεί να καλυφθεί.
Η εικόνα που προκύπτει από το Βερολίνο είναι τελικά αρκετά καθαρή. Η Ευρώπη έχει ήδη περιγράψει τα προβλήματά της μέσα από τις εκθέσεις Draghi και Letta. Το επόμενο στάδιο απαιτεί αποφάσεις που αγγίζουν εθνικές αρμοδιότητες, αγορές και συμφέροντα τα οποία επί δεκαετίες παρέμεναν προστατευμένα. Τράπεζες, κεφαλαιαγορές, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, άμυνα και τεχνολογία συγκλίνουν πλέον στο ίδιο ερώτημα: αν η Ευρώπη μπορεί να αρχίσει να λειτουργεί ως οικονομία ηπειρωτικής κλίμακας.
Και αυτό είναι ίσως το πραγματικό στοίχημα πίσω από όλες τις επιμέρους προτάσεις. Η Ευρώπη έχει κεφάλαια, επιχειρήσεις και τεχνογνωσία. Εκείνο που χρειάζεται τώρα είναι να αποκτήσει το μέγεθος που θα της επιτρέψει να τα χρησιμοποιήσει.