«Συναγερμός» σε Πλεύση, ΣΥΡΙΖΑ, Ελληνική Λύση και Νίκη ύστερα από δημοσκόπηση που δείχνει μετακίνηση ψηφοφόρων τους προς το υπό ίδρυση κόμμα της Καρυστιανού.

Σε κατάσταση ιδιότυπης εκλογικής αναμονής φαίνεται πως βρίσκεται η πολιτική σκηνή της χώρας, καθώς οι διεργασίες για τη συγκρότηση του νέου πολιτικού φορέα υπό την ηγεσία της Μαρίας Καρυστιανού δείχνουν να προκαλούν ισχυρούς τριγμούς στο υπάρχον κομματικό οικοσύστημα.

Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως στο γεγονός ότι αυτός ο υπό διαμόρφωση σχηματισμός δεν έρχεται να προστεθεί απλώς ως μία ακόμη επιλογή, αλλά εμφανίζεται ως ένα κόμμα που απειλεί να σαρώσει το αντισυστημικό μπλοκ, επανακαθορίζοντας τις ισορροπίες σε έναν χώρο που μέχρι σήμερα θεωρούνταν προνομιακό πεδίο συγκεκριμένων δυνάμεων.

Τα ποιοτικά δημοσκοπικά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά, καθώς δείχνουν μια μαζική μετακίνηση ψηφοφόρων από Πλεύση Ελευθερίας, ΣΥΡΙΖΑ, Ελληνική Λύση και Νίκη, δημιουργώντας κλίμα έντονης ανησυχίας στις ηγεσίες τους. Μάλιστα, η δυναμική που αναπτύσσει η Μαρία Καρυστιανού εδράζεται σε ένα μείγμα χαρακτηριστικών που δεν συναντάει κανείς συχνά στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα.

Βασικότερο πλεονέκτημά της είναι το ότι θεωρείται άφθαρτο πρόσωπο, μια ταυτότητα που σφυρηλατήθηκε μέσα από την τραγωδία των Τεμπών μακριά από τους κομματικούς σωλήνες και τις παραδοσιακές πολιτικές ίντριγκες. Αυτό το χαρακτηριστικό λειτουργεί ως μαγνήτης για μεγάλη μερίδα πολιτών που εκφράζονταν πάντα αντισυστημικά και οι οποίοι αισθάνονται προδομένοι από το υπάρχον πολιτικό προσωπικό του συγκεκριμένου χώρου.

Η Πλεύση Ελευθερίας και ο ΣΥΡΙΖΑ βλέπουν ένα σημαντικό κομμάτι της βάσης τους, το οποίο αναζητά μια πιο ειλικρινή και άμεση σύγκρουση με το κατεστημένο, να στρέφεται προς τη Μ. Καρυστιανού, θεωρώντας ότι εκεί βρίσκει μια πιο γνήσια έκφραση των αιτημάτων του.

Παράλληλα, η Ελληνική Λύση και η Νίκη, που απευθύνονται σε ένα πιο συντηρητικό κοινό, διαπιστώνουν ότι η συναισθηματική φόρτιση που δημιουργεί η συγκεκριμένη προσωπικότητα υπερβαίνει τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές, προσφέροντας μια διέξοδο που δεν είχε προβλεφθεί από τους πολιτικούς αναλυτές.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση της αναμενόμενης κίνησης Καρυστιανού με τις διεργασίες που λαμβάνουν χώρα γύρω από το πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα. Ενώ ο πρώην πρωθυπουργός φαίνεται να επιχειρεί επιστροφή βασισμένη στην ανακύκλωση γνωστών προσώπων της Αριστεράς, κίνηση που συχνά μοιάζει με εσωτερική διευθέτηση παλαιών λογαριασμών, η Μαρία Καρυστιανού εμφανίζεται ως κάτι «νέο».

Η προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να ανασυντάξει τον χώρο της Αριστεράς προσκρούει στις παροιμιώδεις διαφωνίες και τις προσωπικές στρατηγικές των διαφόρων μικρών κομμάτων του χώρου, οξύνοντας τις εσωτερικές αντιδράσεις και ενισχύοντας την εικόνα μιας παράταξης που παραμένει δέσμια του παρελθόντος της. Οι επικρίσεις για την πολιτική που άσκησε ως πρωθυπουργός παραμένουν ζωντανές και λειτουργούν ως τροχοπέδη στην προσπάθειά του να παρουσιαστεί ως ο ανανεωτής της Κεντροαριστεράς.

Στον αντίποδα, η Μαρία Καρυστιανού δεν κουβαλά τα βαρίδια της εξουσίας ούτε τις αμαρτίες των πολιτικών συμβιβασμών, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να υπερέχει σαφώς σε επίπεδο αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης έναντι του πρώην προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ.

Συνολικά, η ανάδυση αυτού του νέου πόλου δημιουργεί ένα πολιτικό τοπίο όπου η αντισυστημικότητα αποκτά μια κάποια κοινωνική γείωση, με τη Μαρία Καρυστιανού να καταφέρνει –δημοσκοπικά για την ώρα– να εμφανίζεται ως κύριος υποδοχέας της αντισυστημικής δυσαρέσκειας.

Το τερμάτισε...

Η πρόσφατη τοποθέτηση του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστα Αρβανίτη, περί «πειραγμένων εκλογών» το 2023 και για «κρατικό χρήμα σε κολλητούς», θεωρείται από πολλούς πολιτικούς παρατηρητές ανεύθυνη ρητορική που μάλιστα ξεδιπλώνεται σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς είναι ήδη εύθραυστη.

Καταγγελίες χωρίς παραμικρή τεκμηρίωση, στοιχεία, ονόματα ή αποδείξεις που να στηρίζουν αυτούς τους ισχυρισμούς, λειτουργούν διαβρωτικά για τη δημοκρατία.

Ειδικά όταν με ευκολία χαρακτηρίζει ένα εκλογικό αποτέλεσμα ως «πειραγμένο», υπονοώντας ουσιαστικά ότι η λαϊκή ετυμηγορία είναι προϊόν σκοτεινών μηχανισμών και όχι ελεύθερης βούλησης.

Ταυτόχρονα η αναφορά του οι πολιτικοί συσχετισμοί σε περιοχές όπως η Κρήτη και η Δυτική Μακεδονία, «δεν γίνεται να άλλαξαν έτσι», δείχνει μια απλοϊκή και σχεδόν προσβλητική αντίληψη για την εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων.

Επίσης, η επίκληση μιας δήθεν σιωπής από πλευράς αντιπολίτευσης απέναντι σε αυτό που ο ίδιος καταγγέλλει ενισχύει την εικόνα μιας αφήγησης που βασίζεται περισσότερο σε εντυπώσεις, αόριστες καταγγελίες και υπαινιγμούς συνωμοσίας, παρά σε γεγονότα.

Σε τελική ανάλυση, τέτοιου είδους δηλώσεις δεν συμβάλλουν στην ενίσχυση της δημοκρατίας, αλλά τροφοδοτούν τις «ψεκασμένες» θεωρίες, την καχυποψία και τον διχασμό. Αν υπάρχουν πραγματικές καταγγελίες, οφείλουν να συνοδεύονται από αποδείξεις και να τίθενται ενώπιον των αρμόδιων θεσμών.