Ο Ρόμπερτ Μέιρ, ο Βρετανός μηχανικός που συνέδεσε το όνομά του με την προστασία του Μπιγκ Μπεν κατά τα έργα του μετρό στο Λονδίνο, έρχεται στην Ελλάδα για να συμβάλει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της Γραμμής 4 στην Κυψέλη.
Ο 76χρονος λόρδος και κορυφαίος γεωτεχνικός μηχανικός διαθέτει περίπου μισό αιώνα εμπειρίας σε απαιτητικά υπόγεια έργα ανά τον κόσμο, έχοντας εργαστεί μεταξύ άλλων σε ΗΠΑ, Ινδία, Ταϊλάνδη, Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Βέλγιο, Ολλανδία, Τουρκία, Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία.
Η εμπειρία του στην Ελλάδα
Η παρουσία του Μέιρ στη χώρα δεν είναι πρωτόγνωρη. Η εταιρεία του, Geotechnical Consulting Group (GCG), έχει συμμετάσχει στο παρελθόν σε μεγάλα ελληνικά έργα, μεταξύ των οποίων η Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου και το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.
Στους συνεργάτες του GCG περιλαμβάνονται και δύο Ελληνίδες επιστήμονες, η Αγγελική Γραμματικοπούλου, ως μόνιμο στέλεχος, και η Σταυρούλα Κοντοέ, καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, ως εξωτερική συνεργάτιδα.
Ωστόσο, το έργο που καθιέρωσε διεθνώς τον Ρόμπερτ Μέιρ ήταν η κατασκευή υπόγειων εγκαταστάσεων του λονδρέζικου μετρό σε μικρή απόσταση από το Μπιγκ Μπεν, ένα από τα πιο ευαίσθητα και αναγνωρίσιμα μνημεία της Βρετανίας.
Πώς προστάτευσε το Μπιγκ Μπεν
Το 1994 ξεκίνησε η επέκταση της γραμμής Jubilee του μετρό του Λονδίνου, ένα τεράστιο τεχνικό έργο που περιλάμβανε 11 νέους σταθμούς, εκ των οποίων οι οκτώ υπόγειοι, καθώς και δύο παράλληλες σήραγγες συνολικού μήκους περίπου 11 χιλιομέτρων, με τέσσερις διαβάσεις κάτω από τον Τάμεση.
Ένα από τα δυσκολότερα σημεία ήταν ο σταθμός Westminster, απέναντι από το Μπιγκ Μπεν. Το σχέδιο απαιτούσε βαθιά εκσκαφή άνω των 30 μέτρων για τη δημιουργία κατασκευής 14 επιπέδων, με επτά υπόγεια και επτά υπέργεια.
Στο ίδιο συγκρότημα προβλεπόταν η δημιουργία νέας έδρας για το Βρετανικό Κοινοβούλιο, με εκατοντάδες γραφεία και πολυεπίπεδο χώρο στάθμευσης κάτω από το ανάκτορο του Westminster, την ώρα που το έργο έπρεπε να ολοκληρωθεί μέσα σε αυστηρό χρονοδιάγραμμα ενόψει της αλλαγής της χιλιετίας.
Η πρόκληση του «London Clay»
Το μεγαλύτερο τεχνικό πρόβλημα προερχόταν από τον λεγόμενο London Clay, το αργιλώδες έδαφος του Λονδίνου, το οποίο διογκώνεται με την υγρασία και συρρικνώνεται όταν ξηραίνεται.
Σε αυτό το ιδιαίτερα ευαίσθητο υπέδαφος, η ομάδα του Μέιρ έπρεπε να πραγματοποιήσει εκσκαφή σε βάθος περίπου 39 μέτρων, σε απόσταση μόλις 28 μέτρων από το Μπιγκ Μπεν.
Το μνημείο, ηλικίας 136 ετών τότε, διέθετε σχετικά ρηχά θεμέλια και είχε ήδη αποκτήσει από την κατασκευή του μια μικρή κλίση. Οι μηχανικοί γνώριζαν ότι οποιαδήποτε σοβαρή μετατόπιση του εδάφους θα μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση.
Ο Μέιρ έθεσε ως μέγιστη επιτρεπτή μετατόπιση στο ύψος του καντράν του ρολογιού τα 15 χιλιοστά, περίπου όσο το πάχος τριών πιστωτικών καρτών τοποθετημένων η μία πάνω στην άλλη.
Οι αντισταθμιστικές ενέσεις
Η βασική μέθοδος που χρησιμοποίησε ήταν οι αντισταθμιστικές ενέσεις σκυροδέματος, δηλαδή η διοχέτευση υλικού στο υπέδαφος ώστε να αντισταθμίζεται η απομάκρυνση χώματος που προκαλείται από τις εκσκαφές.
Για τον σκοπό αυτό δημιουργήθηκε ένα πυκνό δίκτυο οριζόντιων σωλήνων ανάμεσα στις σήραγγες και την επιφάνεια. Μέσω ειδικών οπών στους σωλήνες μπορούσε να διοχετεύεται σκυρόδεμα ακριβώς στα σημεία όπου οι μετρήσεις έδειχναν μετατόπιση του εδάφους.
Η διαδικασία απαιτούσε εξαιρετικά ακριβείς υπολογισμούς για το σημείο, την ποσότητα και τον ρυθμό κάθε έγχυσης. Παράλληλα, εγκαταστάθηκε εκτεταμένο δίκτυο αισθητήρων και μετρητών, ώστε οι μηχανικοί να παρακολουθούν διαρκώς τη συμπεριφορά του πύργου και των γειτονικών κτιρίων.
Για κάθε φάση έγχυσης απαιτούνταν συνήθως περίπου 24 ώρες, ενώ η πρόσβαση στους σωλήνες γινόταν μέσω ειδικών ανοιγμάτων στο οδόστρωμα, τα οποία λειτουργούσαν τη νύχτα και έκλειναν την ημέρα.
28 μήνες παρακολούθησης
Η ομάδα του Μέιρ παρέμεινε στο εργοτάξιο για περίπου 28 μήνες, παρακολουθώντας διαρκώς τις μετακινήσεις του εδάφους και προσαρμόζοντας τις παρεμβάσεις.
Ο ίδιος έχει εξηγήσει ότι χωρίς τις αντισταθμιστικές ενέσεις η μετατόπιση του Μπιγκ Μπεν θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 100 χιλιοστά, όριο που θα δημιουργούσε σοβαρό κίνδυνο για την ευστάθεια του πύργου.
Το σύστημα σχεδιάστηκε έτσι ώστε οι σωλήνες να παραμένουν στο υπέδαφος και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, επιτρέποντας νέες παρεμβάσεις εφόσον οι αισθητήρες καταγράψουν μετακινήσεις.
Σήμερα, στην περιοχή του Westminster λειτουργεί ένα εκτεταμένο δίκτυο περίπου 7.000 σημείων παρακολούθησης, τα δεδομένα των οποίων αναλύονται ηλεκτρονικά ώστε να διαπιστώνεται αν χρειάζεται νέα διορθωτική παρέμβαση.
Από το Westminster στην Κυψέλη
Η ίδια φιλοσοφία, προσαρμοσμένη στις διαφορετικές συνθήκες της Αθήνας, θεωρείται ότι μπορεί να προσφέρει λύσεις και στα προβλήματα που έχουν εμφανιστεί γύρω από τα έργα της Γραμμής 4 στην Κυψέλη.
Η εμπειρία του Μέιρ σε έργα όπου οι υπόγειες κατασκευές βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με ευαίσθητα κτίρια θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η ειδικότητά του επικεντρώνεται ακριβώς στον περιορισμό των μετακινήσεων του εδάφους και στην προστασία των παρακείμενων κατασκευών.
Από την αεροναυπηγική στις σήραγγες
Ο Ρόμπερτ Μέιρ είναι γιος του Γουίλιαμ Οστιν Μέιρ, καθηγητή Αεροναυπηγικής στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Ο ίδιος, ωστόσο, ακολούθησε διαφορετική διαδρομή, επιλέγοντας τη Γεωτεχνική Μηχανική και τα υπόγεια έργα.
Αργότερα έγινε και ο ίδιος καθηγητής στο Κέιμπριτζ, στο πεδίο της Γεωτεχνικής και Περιβαλλοντικής Μηχανικής, ενώ έχει διατελέσει πρόεδρος του Ινστιτούτου Πολιτικών Μηχανικών και πρύτανης πανεπιστημιακού παραρτήματος.
Το 1998 το Κέιμπριτζ του απένειμε τον τίτλο του καθηγητή, αναγνωρίζοντας τη συμβολή του στη Γεωτεχνική Μηχανική και τη μεταφορά της επιστημονικής έρευνας στο πραγματικό πεδίο των μεγάλων κατασκευών.
Η πορεία που τον έκανε σημείο αναφοράς
Ο Μέιρ αποφοίτησε από το Κέιμπριτζ το 1971 ως μηχανικός με ειδίκευση στη Γεωτεχνική και εντάχθηκε σε διεθνή μελετητική εταιρεία. Το 1973 βρέθηκε στο Χονγκ Κονγκ, όπου εργάστηκε σε λιμενικές υποδομές και σε έργα σηράγγων κοντά στους ουρανοξύστες της πόλης.
Ο ίδιος έχει επισημάνει επανειλημμένα ότι η επιτόπια εμπειρία στα εργοτάξια υπήρξε καθοριστική για τη σταδιοδρομία του, συμβουλεύοντας τους νεότερους μηχανικούς να αναζητούν όσο το δυνατόν περισσότερες και διαφορετικές εμπειρίες, ιδιαίτερα στο εξωτερικό.
Το 1976 επέστρεψε στο Κέιμπριτζ για το διδακτορικό του, το οποίο επικεντρώθηκε στη μέθοδο των αντισταθμιστικών ενέσεων, τεχνική που εξελίχθηκε αργότερα σε βασικό εργαλείο για υπόγεια έργα σε δύσκολα εδάφη.
Σε ηλικία περίπου 30 ετών ίδρυσε την Geotechnical Consulting Group, μέσω της οποίας συνέχισε να συμμετέχει σε σύνθετα έργα σηράγγων και γεωτεχνικής μηχανικής σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η ερευνητική του πορεία είχε υποστηριχθεί και από πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Κέιμπριτζ, χρηματοδοτούμενο από το βρετανικό Δημόσιο και ειδικότερα από το Εργαστήριο Οδών και Μεταφορών, πριν η τεχνογνωσία του επιστρέψει στην πράξη για την προστασία ενός από τα σημαντικότερα μνημεία της χώρας.
Με εκατοντάδες επιστημονικές δημοσιεύσεις, βραβεύσεις και συμμετοχές σε διεθνείς επιτροπές, ο Ρόμπερτ Μέιρ θεωρείται πλέον μία από τις σημαντικότερες διεθνείς προσωπικότητες στον χώρο των υπόγειων έργων. Η εμπλοκή του στην Κυψέλη δημιουργεί προσδοκίες ότι η εμπειρία που χρησιμοποιήθηκε για την προστασία του Μπιγκ Μπεν μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη και για τη συνέχιση της Γραμμής 4.