Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών δεν «έβλεπαν» άμεση απειλή από την Τεχεράνη για την επόμενη δεκαετία. Ωστόσο, οι περιφερειακοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον επέμειναν ότι η στιγμή για δράση ήταν τώρα.

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να προχωρήσει σε αεροπορικά πλήγματα κατά του Ιράν φαίνεται πως διαμορφώθηκε υπό την έντονη πίεση του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας.

Η αμερικανική επίθεση στο Ιράν δεν αιφνιδίασε τη διεθνή κοινότητα. Το προηγούμενο διάστημα είχε καταγραφεί σημαντική συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή, ενώ οι στρατιωτικές επιλογές βρίσκονταν ανοιχτά «στο τραπέζι» της Ουάσιγκτον.

Παράλληλα, υπήρχαν σοβαρές διπλωματικές και γεωπολιτικές εμπλοκές. Όταν ξέσπασαν εσωτερικές διαμαρτυρίες στο Ιράν, οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να παρέμβουν, καθώς διαχειρίζονταν ταυτόχρονα την υπόθεση του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα, ενώ υπήρχαν και επιφυλάξεις από ορισμένους συμμάχους για την κλιμάκωση.

Μετά από μια περίοδο έντονης διπλωματικής πίεσης προς την Τεχεράνη, η Ουάσιγκτον κατέληξε να συνεργαστεί με το Ισραήλ, επιλέγοντας τελικά τη στρατιωτική οδό. Στόχος ήταν η ανατροπή του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις των ιρανικών αρχών, ο Αλί Χαμενεΐ είναι νεκρός, με τη χώρα να εισέρχεται πλέον σε μεταβατική φάση.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, που επικαλείται τέσσερα πρόσωπα με γνώση των εξελίξεων, οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών δεν εντόπιζαν άμεση απειλή από το Ιράν για τις ΗΠΑ την επόμενη δεκαετία. Ωστόσο, οι περιφερειακοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον υποστήριξαν ότι η ευκαιρία για επίθεση ήταν περιορισμένη. Για περίπου μία εβδομάδα, Ισραήλ και Σαουδική Αραβία επιδόθηκαν σε έντονες παρασκηνιακές επαφές με στόχο να μεταπείσουν τον Τραμπ.

Ο Σαουδάραβας πρίγκιπας διάδοχος, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, πραγματοποίησε επανειλημμένες ιδιωτικές τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Τραμπ τον τελευταίο μήνα, υποστηρίζοντας την ανάγκη για αμερικανική επίθεση, παρά τη δημόσια ρητορική του υπέρ της διπλωματίας. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, προειδοποίησε ότι το Ιράν θα εξελισσόταν σε ισχυρότερη και πιο επικίνδυνη δύναμη εάν δεν δεχόταν άμεσο πλήγμα.

Τη θέση αυτή φέρεται να ενίσχυσε ο αδελφός του και υπουργός Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας, Χαλίντ μπιν Σαλμάν, κατά τις κεκλεισμένων των θυρών συναντήσεις του με Αμερικανούς αξιωματούχους στην Ουάσιγκτον τον Ιανουάριο.

Η στάση του Ριάντ ερμηνεύεται και υπό το πρίσμα της ανησυχίας για πιθανά ιρανικά αντίποινα εναντίον των ευάλωτων πετρελαϊκών υποδομών της χώρας. Το Ιράν, όπου κυριαρχούν οι Σιίτες Μουσουλμάνοι, και η Σαουδική Αραβία, ηγέτιδα δύναμη των Σουνιτών, διατηρούν εδώ και χρόνια μια σφοδρή αντιπαλότητα που έχει οδηγήσει σε πολέμους δι’ αντιπροσώπων στην ευρύτερη περιοχή.

Μετά τα αμερικανικά πλήγματα του Σαββάτου (28/2), το Ιράν έθεσε πράγματι στο στόχαστρο τη Σαουδική Αραβία. Το Ριάντ εξέδωσε οργισμένη ανακοίνωση, καταδικάζοντας την επίθεση και καλώντας τη διεθνή κοινότητα να λάβει «όλα τα απαραίτητα και αποφασιστικά μέτρα» απέναντι στην Τεχεράνη.

Την ίδια στιγμή, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου συνέχισε τη σταθερή του πίεση υπέρ των αμερικανικών πληγμάτων, θεωρώντας το Ιράν υπαρξιακή απειλή για την ασφάλεια της χώρας του.

Παρά τις εκτιμήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών ότι οι ιρανικές δυνάμεις δεν αποτελούν άμεση απειλή για τις ΗΠΑ μέσα στην επόμενη δεκαετία, ο Τραμπ τελικά έδωσε εντολή για αεροπορικές επιδρομές κατά της ιρανικής ηγεσίας και στρατιωτικών στόχων.