Η αντίστροφη μέτρηση για τις ενδιάμεσες εκλογές έχει αρχίσει και το πολιτικό σκηνικό στις Ηνωμένες Πολιτείες γίνεται ολοένα δυσκολότερο για τον Ντόναλντ Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Η τελευταία έρευνα των Financial Times με τη Focaldata αποτυπώνει έντονη δυσαρέσκεια. Το 53% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων δηλώνει ότι βρίσκεται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από τότε που ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, τον Ιανουάριο του 2025.

Στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους το ποσοστό ανεβαίνει στο 57%, ενώ ακόμη και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών περίπου ένας στους τέσσερις αναφέρει επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης. Παράλληλα, το 64% αποδοκιμάζει τους χειρισμούς του προέδρου απέναντι στον πληθωρισμό και το κόστος ζωής.

Τα συγκεκριμένα ποσοστά έχουν ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.

Ο Τραμπ επέστρεψε στην προεδρία το 2025 έχοντας υποσχεθεί ότι θα περιορίσει το κόστος ζωής και θα ενισχύσει την οικονομική θέση των αμερικανικών νοικοκυριών.

Τρεις μήνες πριν από τις κάλπες, όμως, σημαντικό κομμάτι των ψηφοφόρων δείχνει να θεωρεί ότι αυτή η υπόσχεση παραμένει ανεκπλήρωτη.

Οι Δημοκρατικοί παίρνουν προβάδισμα ακόμη και στην οικονομία

Το μεγαλύτερο πολιτικό καμπανάκι για τους Ρεπουμπλικανούς ίσως δεν είναι μόνο η χαμηλή δημοτικότητα του Τραμπ. Είναι ότι το κόμμα αρχίζει να χάνει ένα από τα ισχυρότερα εκλογικά του πλεονεκτήματα: την οικονομία.

Στην έρευνα Reuters/Ipsos, που δημοσιεύθηκε στις αρχές Αυγούστου, το 37% των Αμερικανών δήλωσε ότι εμπιστεύεται περισσότερο τους Δημοκρατικούς για τη διαχείριση της οικονομίας, ενώ το 36% επέλεξε τους Ρεπουμπλικανούς.

Η διαφορά είναι οριακή, όμως έχει σαφές πολιτικό βάρος. Σύμφωνα με το Reuters, είναι η πρώτη φορά εδώ και σχεδόν μία δεκαετία που οι Δημοκρατικοί προηγούνται των Ρεπουμπλικανών στο συγκεκριμένο ερώτημα.

Την ίδια ώρα, ο Τραμπ συγκεντρώνει μόλις 35% θετικές γνώμες για το συνολικό έργο του. Στο υποθετικό ερώτημα για την ψήφο στη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι Δημοκρατικοί προηγούνται με 42% έναντι 37%, ενώ στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους η διαφορά υπέρ τους φθάνει τις 12 μονάδες.

Για τον Λευκό Οίκο, η εικόνα δημιουργεί έναν δύσκολο πολιτικό συνδυασμό. Ο πρόεδρος έχει χαμηλή προσωπική δημοτικότητα, η οικονομική του πολιτική αξιολογείται αρνητικά και οι ψηφοφόροι αρχίζουν να στρέφουν την εμπιστοσύνη τους στην αντιπολίτευση για ένα ζήτημα που επί χρόνια θεωρούνταν πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών.

Η ακρίβεια επιμένει και γίνεται βασικό εκλογικό πρόβλημα

Το πρόβλημα για τον Τραμπ δεν είναι απαραίτητα ότι η αμερικανική οικονομία καταρρέει. Είναι ότι μεγάλος αριθμός πολιτών δεν βλέπει ουσιαστική βελτίωση στο πορτοφόλι και στην καθημερινότητά του.

Στην έρευνα Washington Post/Ipsos, το 54% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων απάντησε ότι η οικονομία και οι υψηλές τιμές θα αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα στην επιλογή του στις ενδιάμεσες εκλογές.

Η οικονομία και το κόστος ζωής βρίσκονται πολύ ψηλότερα από την εξωτερική πολιτική, την οποία ανέφερε ως σημαντικό ζήτημα μόλις το 20%.

Παράλληλα, το 48% προβλέπει ότι η αμερικανική οικονομία θα χειροτερέψει μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Μόλις το 20% περιμένει βελτίωση.

Στην ίδια μέτρηση, το 65% αποδοκιμάζει τους χειρισμούς Τραμπ στην οικονομία και μόλις το 33% τους εγκρίνει.

Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η πίεση στις τιμές των βασικών αγαθών.

Μεταξύ όσων έχουν ετήσιο εισόδημα κάτω από 50.000 δολάρια, το 82% θεωρεί ότι τα τρόφιμα έχουν γίνει πλέον μη προσιτά. Το αντίστοιχο ποσοστό είναι 70% για εισοδήματα από 50.000 έως 100.000 δολάρια και 56% για όσους ξεπερνούν τις 100.000 δολάρια ετησίως.

Το πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ είναι προφανές. Το 2024 κέρδισε σημαντικό μέρος της εκλογικής μάχης υποσχόμενος ακριβώς ότι θα κάνει τη ζωή των Αμερικανών φθηνότερη.

Από το «κόστος του Μπάιντεν» στο κόστος της προεδρίας Τραμπ

Στην προεκλογική εκστρατεία του 2024, ο Τραμπ χρησιμοποίησε τον πληθωρισμό και τις υψηλές τιμές ως βασικά όπλα εναντίον του Τζο Μπάιντεν.

Οι τιμές στα σούπερ μάρκετ και στα πρατήρια καυσίμων μετατράπηκαν τότε σε καθημερινό επιχείρημα κατά των Δημοκρατικών, με τον Τραμπ να παρουσιάζει την ακρίβεια ως απόδειξη αποτυχίας της προηγούμενης οικονομικής πολιτικής.

Τώρα, η ίδια συζήτηση γυρίζει προς τον ίδιο.

Ανάλυση του Reuters αναφέρει ότι οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 3,4% μέσα στους πρώτους 19 μήνες της δεύτερης θητείας Τραμπ.

Η αύξηση είναι μικρότερη από εκείνη που είχε καταγραφεί στην αρχή της προεδρίας Μπάιντεν. Πολιτικά, όμως, αυτό δεν λύνει το πρόβλημα. Οι καταναλωτές εξακολουθούν να βρίσκουν υψηλές τιμές στα προϊόντα που αγοράζουν καθημερινά.

Σε αυτή την πίεση προστίθενται πλέον το ενεργειακό κόστος και οι συνέπειες του πολέμου με το Ιράν.

Το Ιράν γίνεται οικονομικό και πολιτικό «βαρίδι»

Η πολεμική σύγκρουση με το Ιράν αποτελεί πια ξεχωριστή πηγή φθοράς για τον Αμερικανό πρόεδρο.

Η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύγκρουση μεγαλύτερης διάρκειας από αυτή που περίμεναν πολλοί Αμερικανοί. Την ίδια ώρα, οι διεθνείς ενεργειακές αγορές αντιδρούν στις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.

Στη μέτρηση Washington Post/Ipsos, το 59% των Αμερικανών δηλώνει ότι δεν έχει εμπιστοσύνη πως οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου θα επαναφέρουν τις τιμές της βενζίνης σε φυσιολογικά επίπεδα. Αισιόδοξο εμφανίζεται μόλις το 39%.

Ακόμη πιο δύσκολη είναι η εικόνα στη δημοσκόπηση του Fox News, ενός μέσου που θεωρείται φιλικό προς τον Τραμπ.

Ο πρόεδρος συγκεντρώνει μόλις 34% θετικές γνώμες για τον χειρισμό του Ιράν, έναντι 66% αρνητικών. Πρόκειται για χειρότερη επίδοση από αυτή που καταγράφει στο μεταναστευτικό, ένα πεδίο όπου παραμένει συγκριτικά ισχυρότερος.

Το Ιράν, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται από τους ψηφοφόρους μόνο ως ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.

Ο πόλεμος συνδέεται με τη βενζίνη, τις μεταφορές και το τελικό κόστος των προϊόντων. Έτσι, μια διεθνής κρίση αποκτά άμεσο πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Σκληροί για τον Τραμπ οι αριθμοί του Fox News

Η δημοσκόπηση του Ιουλίου για το Fox News αποτυπώνει με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια την πίεση που δέχεται ο Λευκός Οίκος.

Ο Τραμπ συγκεντρώνει 39% θετικές και 60% αρνητικές γνώμες για το συνολικό έργο του.

Στην οικονομία, η σχέση είναι 33%-67%, ενώ στον πληθωρισμό μόλις το 27% εγκρίνει τους χειρισμούς του και το 73% τους αποδοκιμάζει.

Τρία στα τέσσερα νοικοκυριά απαντούν ότι ο πληθωρισμός έχει δημιουργήσει οικονομικές δυσκολίες. Το 34% κάνει λόγο για «σοβαρές» δυσκολίες, από 26% έναν χρόνο νωρίτερα.

Παράλληλα, το 54% εκτιμά ότι η οικονομία θα επιδεινωθεί μέσα στον επόμενο χρόνο.

Η ανησυχία δεν περιορίζεται στους ψηφοφόρους των Δημοκρατικών. Οικονομικός προβληματισμός καταγράφεται ακόμη και μεταξύ Ρεπουμπλικανών, αν και η κομματική βάση εξακολουθεί να εμφανίζεται αισθητά πιο αισιόδοξη από τους Δημοκρατικούς και τους ανεξάρτητους.

Οι Δημοκρατικοί προηγούνται στη «γενική ψήφο»

Το generic congressional ballot, δηλαδή η ερώτηση για το ποιο κόμμα θα επέλεγε ένας πολίτης αν οι εκλογές για τη Βουλή πραγματοποιούνταν σήμερα, αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για την αποτύπωση του πολιτικού κλίματος.

Και σε αυτή την περίπτωση οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται ενισχυμένοι.

Το Fox News τούς δίνει προβάδισμα 53%-46% έναντι των Ρεπουμπλικανών. Είναι το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγράψει οποιοδήποτε από τα δύο κόμματα στη συγκεκριμένη ερώτηση σε έρευνα του Fox από το 1996.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στη μέτρηση του Emerson College. Ο Δημοκρατικός υποψήφιος συγκεντρώνει 53% και ο Ρεπουμπλικανός 42%, διαφορά 11 μονάδων μεταξύ πιθανών ψηφοφόρων.

Στην ίδια έρευνα, ο Τραμπ καταγράφει 39% υπέρ και 57% κατά.

Οι τελευταίοι υπολογισμοί του Silver Bulletin τοποθετούν το προβάδισμα των Δημοκρατικών περίπου στις 8 μονάδες, μετά την προσαρμογή για την πιθανή συμμετοχή των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ουσιαστική παράμετρος: το εθνικό ποσοστό ψήφων δεν μεταφράζεται αυτομάτως στον ίδιο συσχετισμό εδρών.

Η Βουλή μπορεί να γίνει η μεγάλη πληγή για τον Τραμπ

Οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν σήμερα και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, όμως η πλειοψηφία τους στη Βουλή είναι ιδιαίτερα περιορισμένη.

Οι τελευταίες εκλογικές αναλύσεις δείχνουν ότι οι Δημοκρατικοί βρίσκονται σε καλύτερη θέση στη μάχη για τη Βουλή των Αντιπροσώπων από ό,τι στη Γερουσία.

Ο λόγος βρίσκεται στον εκλογικό χάρτη.

Για να κατακτήσουν τη Γερουσία, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί ξεκινούν από συσχετισμό 53-47.

Στη Βουλή, αντίθετα, ακόμη και μία σχετικά περιορισμένη μετατόπιση ψηφοφόρων μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή πλειοψηφίας.

Για αυτό και οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 αντιμετωπίζονται ήδη ως ένα άτυπο δημοψήφισμα για την προεδρία Τραμπ.

Το Marquette αφήνει ένα μικρό παράθυρο ανάκαμψης

Η τελευταία εθνική έρευνα της Marquette Law School, που πραγματοποιήθηκε από τις 22 έως τις 29 Ιουλίου, έδειξε μικρή βελτίωση για τον Τραμπ.

Το 40% ενέκρινε το έργο του και το 60% το αποδοκίμαζε, έναντι 38%-62% στις μετρήσεις Μαΐου και Ιουνίου.

Η μεταβολή αποδόθηκε εν μέρει σε καλύτερες αξιολογήσεις για τις τιμές της βενζίνης και των τροφίμων.

Ο Τραμπ έχει συνεπώς ακόμη περιθώριο να μεταβάλει το πολιτικό κλίμα. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί εάν υπάρξει αποκλιμάκωση με το Ιράν, πτώση στις τιμές της ενέργειας και βελτίωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.

Το πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο είναι ότι ο πολιτικός χρόνος στενεύει.

Υποχωρεί η καταναλωτική εμπιστοσύνη

Η πίεση που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις έχει αντίκρισμα και στους οικονομικούς δείκτες που παρακολουθούν τη στάση των καταναλωτών.

Η καταναλωτική εμπιστοσύνη σε μέτρηση του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν υποχώρησε σημαντικά τον Αύγουστο, με τους Αμερικανούς να εκφράζουν ανησυχία για τις τιμές των τροφίμων και των καυσίμων.

Ο πληθωρισμός είχε ανέβει στο 4,2% τον Μάιο και υποχώρησε στο 3,4% τον Ιούλιο, όμως οι πληθωριστικές προσδοκίες των πολιτών εξακολουθούν να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα.

Παράλληλα, οι λιανικές πωλήσεις μειώθηκαν κατά 0,6% τον Ιούλιο, ενώ το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να πιέζει την αγορά.

Η αποκλιμάκωση του ρυθμού αύξησης των τιμών δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι πολίτες νιώθουν πως η καθημερινότητά τους γίνεται φθηνότερη.

Για οποιονδήποτε πρόεδρο που μπαίνει σε κρίσιμη εκλογική περίοδο, αυτή είναι μία από τις δυσκολότερες πολιτικές εξισώσεις.

Ο Τραμπ εξακολουθεί να έχει ισχυρά χαρτιά

Η αρνητική δημοσκοπική εικόνα δεν σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί έχουν ήδη κερδίσει τις εκλογές.

Ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα σε θέματα όπως η εγκληματικότητα και, σε μικρότερο βαθμό, η μετανάστευση.

Στη δημοσκόπηση του Fox News, οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν προβάδισμα επτά μονάδων στην εγκληματικότητα.

Στο μεταναστευτικό, πάντως, η εικόνα έχει αλλάξει έντονα. Από προβάδισμα οκτώ μονάδων για τους Ρεπουμπλικανούς τον Απρίλιο, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται πλέον οριακά μπροστά.

Ο Τραμπ, επομένως, εξακολουθεί να διαθέτει θέματα γύρω από τα οποία μπορεί να επιχειρήσει να συσπειρώσει την κομματική του βάση.

Οι Δημοκρατικοί, από την άλλη, δεν στερούνται προβλημάτων. Αντιμετωπίζουν εσωκομματικές αντιπαραθέσεις, δυσκολεύονται να μετατρέψουν την οικονομική δυσαρέσκεια σε σαφές πολιτικό πρόγραμμα και δεν διαθέτουν έναν εκλογικό χάρτη που να τους εξασφαλίζει τη Γερουσία.

Θα κριθούν οι εκλογές στον Τραμπ ή στους υποψηφίους;

Αυτό ίσως αποτελέσει την κεντρική πολιτική μάχη των επόμενων εβδομάδων.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο, καθώς οι εκλογές του Νοεμβρίου δεν είναι προεδρικές.

Οι Αμερικανοί θα ψηφίσουν για βουλευτές και γερουσιαστές.

Η δημοτικότητα του προέδρου, ωστόσο, επηρεάζει καθοριστικά τις ενδιάμεσες εκλογές, ιδιαίτερα όταν το κόμμα που τον στηρίζει ελέγχει ήδη την Ουάσιγκτον.

Οι Δημοκρατικοί έχουν κάθε λόγο να παρουσιάσουν την κάλπη ως δημοψήφισμα για τον Τραμπ, με το μήνυμα: «τιμές, βενζίνη, οικονομία, Ιράν».

Οι Ρεπουμπλικανοί, αντίθετα, θα προσπαθήσουν να οδηγήσουν τη δημόσια συζήτηση σε θέματα όπου ο πρόεδρος εμφανίζεται ισχυρότερος, όπως η μετανάστευση, η εγκληματικότητα και η εθνική ασφάλεια.

Η εκλογική μάχη δεν θα κριθεί μόνο στα ποσοστά των δημοσκοπήσεων. Θα κριθεί και στο ποιο κόμμα θα καταφέρει να επιβάλει το θέμα πάνω στο οποίο θα ψηφίσουν τελικά οι Αμερικανοί.

Η παράδοση των ενδιάμεσων εκλογών δεν ευνοεί τον Λευκό Οίκο

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ λειτουργούν παραδοσιακά ως μέτρο της αποδοχής του εκάστοτε προέδρου.

Το κόμμα που ελέγχει τον Λευκό Οίκο συνήθως καταγράφει απώλειες στη Βουλή και στη Γερουσία, καθώς οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι έχουν συχνά μεγαλύτερο κίνητρο να πάνε στις κάλπες.

Για τον Τραμπ, αυτή η ιστορική τάση προστίθεται σε μία ήδη δύσκολη δημοσκοπική συγκυρία.

Οι Δημοκρατικοί εμφανίζουν σήμερα μεγαλύτερη δυναμική στη γενική ψήφο, καλύτερη κινητοποίηση σε ορισμένες πολιτείες και ισχυρότερες επιδόσεις στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους.

Οι Ρεπουμπλικανοί καλούνται ταυτόχρονα να υπερασπιστούν την οριακή τους πλειοψηφία στη Βουλή και να προστατεύσουν μία σύνθετη εκλογική γεωγραφία στη Γερουσία.

Τι μπορεί να αλλάξει μέχρι τις 3 Νοεμβρίου

Η εκλογική μάχη φυσικά δεν έχει τελειώσει.

Τρεις παράγοντες μπορούν να ανατρέψουν σημαντικά τη σημερινή εικόνα.

Ο πρώτος είναι η οικονομία. Εάν ο πληθωρισμός συνεχίσει να αποκλιμακώνεται και οι τιμές της βενζίνης πέσουν, ο Τραμπ θα αποκτήσει το περιθώριο να υποστηρίξει ότι η περίοδος της έντονης οικονομικής πίεσης φτάνει στο τέλος της.

Ο δεύτερος είναι το Ιράν. Μία συμφωνία που θα επαναφέρει σταθερότητα στην περιοχή και θα οδηγήσει χαμηλότερα τις τιμές του πετρελαίου θα αφαιρούσε ένα σημαντικό βάρος από τον Λευκό Οίκο.

Μία παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση, αντίθετα, μπορεί να ενισχύσει την εικόνα ενός προέδρου εγκλωβισμένου σε έναν πόλεμο που πληρώνουν οικονομικά οι ίδιοι οι Αμερικανοί.

Το Reuters έχει ήδη επισημάνει ότι η σύγκρουση έχει ανεβάσει τις ενεργειακές τιμές, μετατρέποντας το πολεμικό μέτωπο σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η συμμετοχή.

Οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν συνήθως χαμηλότερη συμμετοχή από τις προεδρικές. Ένα μεγάλο εθνικό προβάδισμα των Δημοκρατικών, επομένως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα κερδίσουν όλες τις κρίσιμες περιφέρειες και έδρες.