Την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον και τις αυξανόμενες γεωπολιτικές αβεβαιότητες, επιβεβαιώνουν οι νέες εκτιμήσεις του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), που παρουσιάστηκαν την Πέμπτη (15/10).

Σύμφωνα με την τριμηνιαία έκθεση, το ΙΟΒΕ διατηρεί αμετάβλητη την πρόβλεψη για ανάπτυξη 1,8% το 2026, ενώ για το 2027 εκτιμά αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9%, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης 2%.

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με το ΙΟΒΕ να αναγνωρίζει τη θετική συμβολή της δημοσιονομικής συνέπειας, της ανθεκτικότητας της κατανάλωσης και του τουρισμού, καθώς και της συνεχιζόμενης βελτίωσης στην αγορά εργασίας.

Περαιτέρω αποκλιμάκωση της ανεργίας

Ιδιαίτερα θετικές παραμένουν οι εκτιμήσεις για την απασχόληση, καθώς το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να υποχωρήσει στο 8,6% το 2026 και στο 7,8% το 2027.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας και ενισχύει την εικόνα μιας οικονομίας που διατηρεί την αναπτυξιακή της δυναμική, παρά τις εξωτερικές αναταράξεις.

Την ίδια στιγμή, η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για την προσέλκυση επενδύσεων και τη διασφάλιση της οικονομικής εμπιστοσύνης.

Ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΟΒΕ, Γιάννης Ρέτσος, υπογράμμισε ότι η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί προτεραιότητα και βασική προϋπόθεση για τη συνέχιση της ανάκαμψης της επενδυτικής εμπιστοσύνης, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.

Πληθωρισμός 4% λόγω της ενεργειακής κρίσης

Η σημαντικότερη πρόκληση για την ελληνική οικονομία εντοπίζεται στην εξέλιξη του πληθωρισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, αναμένεται να διαμορφωθεί κοντά στο 4% το 2026, κυρίως εξαιτίας της ανόδου των τιμών της ενέργειας και των επιπτώσεών της στο κόστος παραγωγής.

Οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή εντείνουν τις πιέσεις, επηρεάζοντας τις διεθνείς ενεργειακές αγορές και, κατ' επέκταση, τις τιμές αγαθών και υπηρεσιών.

Για το 2027 προβλέπεται αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 3%, με σταδιακή εξασθένηση των ανατιμήσεων από το δεύτερο τρίμηνο του έτους.

Το ΙΟΒΕ επισημαίνει, πάντως, ότι μια νέα κλιμάκωση των πολεμικών συγκρούσεων θα μπορούσε να προκαλέσει πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην επιλογή των μέτρων στήριξης των νοικοκυριών, με το Ίδρυμα να προκρίνει τις άμεσες και στοχευμένες οικονομικές ενισχύσεις έναντι των γενικευμένων επιδοτήσεων στις τελικές τιμές, καθώς θεωρεί ότι μπορούν να προσφέρουν αποτελεσματικότερη προστασία χωρίς να στρεβλώνουν τη λειτουργία της αγοράς.

Δημοσιονομική σταθερότητα και επενδύσεις στο επίκεντρο

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, επισήμανε ότι επιβεβαιώνονται οι θετικές τάσεις στην ελληνική οικονομία, παρά την παρατεταμένη διεθνή αβεβαιότητα.

Στα σημαντικότερα πλεονεκτήματα περιλαμβάνονται η ανάπτυξη με υψηλότερους ρυθμούς από την Ευρωζώνη, η βελτίωση της απασχόλησης και η δημοσιονομική συνέπεια, στοιχεία που συνθέτουν μια εικόνα οικονομικής σταθερότητας.

Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη αντιμετώπισης διαρθρωτικών αδυναμιών, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, το επενδυτικό κενό, το εξωτερικό έλλειμμα και οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις.

Οι επισημάνσεις αυτές αναδεικνύουν τη σημασία της συνέχισης των μεταρρυθμίσεων και της ενίσχυσης των παραγωγικών επενδύσεων, ώστε η αναπτυξιακή πορεία να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος και διάρκεια.

Το στοίχημα της επόμενης ημέρας

Η νέα έκθεση του ΙΟΒΕ έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η ελληνική οικονομία διαθέτει σημαντικά περιθώρια αντοχής απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, με τη δημοσιονομική πολιτική των τελευταίων ετών να έχει συμβάλει στη διαμόρφωση ενός σταθερότερου οικονομικού περιβάλλοντος.

Η διατήρηση αυτής της πορείας προϋποθέτει, ωστόσο, περαιτέρω ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, αύξηση της παραγωγικότητας και αποτελεσματική αξιοποίηση των επενδυτικών δυνατοτήτων.

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η διαπραγμάτευση για τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034, καθώς οι αποφάσεις για τη χρηματοδότηση της ανταγωνιστικότητας και των επενδύσεων θα επηρεάσουν τις αναπτυξιακές προοπτικές των κρατών-μελών.

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η Ελλάδα διατηρεί θετική αναπτυξιακή τροχιά, με υποχώρηση της ανεργίας και σταθερά δημοσιονομικά θεμέλια, ενώ η επόμενη πρόκληση για την οικονομική πολιτική είναι η μετατροπή αυτής της σταθερότητας σε υψηλότερη παραγωγικότητα, περισσότερες επενδύσεις και διατηρήσιμη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.