Σήμερα, Πέμπτη 13 Αυγούστου, η Ελλάδα έχει μία από τις χαμηλότερες τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη.

Η τιμή διαμορφώνεται στα 95,81 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Σε Γερμανία, Γαλλία, Αυστρία και Ουγγαρία οι αντίστοιχες τιμές είναι πολύ υψηλότερες. Την ίδια στιγμή, οι ΑΠΕ καλύπτουν περίπου το 70% της ζήτησης. Δύο αριθμοί που λένε περισσότερα από πολλές πολιτικές ανακοινώσεις.

Για χρόνια η αντιπολίτευση περιέγραφε την ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης ως αποτυχημένη. Το ΠΑΣΟΚ μιλούσε για έλλειψη σχεδίου. Ο Νίκος Ανδρουλάκης έφτασε να θέσει ευθέως το ερώτημα αν υπάρχει σχέδιο ή αν οι ενεργειακές επιλογές γίνονται προς όφελος οικονομικών συμφερόντων. Ακόμη και τον περασμένο Ιούλιο χαρακτήρισε αποτυχημένη την κυβερνητική πολιτική και μίλησε για πολύ υψηλό ενεργειακό κόστος.

Μόνο που οι συνολικοί αριθμοί του Αυγούστου δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αυτή την επιχειρηματολογία. Η τιμή της χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας είναι στις χαμηλότερες πανευρωπαϊκά για όλο τον Αύγουστο

Το υποτιθέμενο σχέδιο που δεν υπήρχε έχει οδηγήσει σε πολύ μεγάλη αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ. Τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά δεν βρίσκονται πλέον μόνο σε κυβερνητικές εξαγγελίες. Παράγουν ρεύμα. Και όταν παράγουν μαζικά, η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας υποχωρεί.

Αυτό είναι το σημείο που η κριτική του ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να εξηγήσει. Αν η ανάπτυξη των ΑΠΕ ήταν πραγματικά άναρχη και χωρίς αποτέλεσμα, γιατί η Ελλάδα μπορεί να έχει χαμηλότερη χονδρική τιμή από ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες; Αν το ενεργειακό μοντέλο ήταν δομικά αποτυχημένο, γιατί η αυξημένη προσφορά φθηνής ενέργειας πιέζει τις τιμές προς τα κάτω;

Δεν χρειάζεται να αγαπά κανείς τον Μητσοτάκη  για να καταλάβει τι συμβαίνει. Αρκεί να κοιτάξει τους αριθμούς.

Και υπάρχει ακόμη ένα επιχείρημα που επιστρέφει μπούμερανγκ στους επικριτές. Το Χρηματιστήριο Ενέργειας δεν κρατά από μόνο του τις τιμές ψηλά. Όταν υπάρχει επάρκεια φθηνής παραγωγής, η τιμή πέφτει. Αυτό ακριβώς βλέπουμε. Η αγορά ανταποκρίνεται στην προσφορά.

Βεβαίως, η δουλειά δεν τελειώνει εδώ. Χρειάζονται αποθήκευση, ισχυρότερα δίκτυα και διασυνδέσεις. Χρειάζεται η φθηνή ενέργεια της ημέρας να αξιοποιείται και τη νύχτα. Αυτή είναι η σοβαρή συζήτηση για το επόμενο βήμα.

Η άλλη συζήτηση είναι ο λαϊκισμός περί «βίαιης απολιγνιτοποίησης». Ο Κυριάκος Βελόπουλος και άλλοι επένδυσαν στην ιδέα ότι η επιστροφή στον λιγνίτη αποτελεί λύση για το ακριβό ρεύμα. Δεν είναι. Ο λιγνίτης έχει κόστος εξόρυξης, λειτουργίας και δικαιωμάτων ρύπων. Η εμμονή σε μια ακριβή και ρυπογόνο τεχνολογία δεν θα προστάτευε τα νοικοκυριά. Θα τα επιβάρυνε.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ και οι λαϊκιστές του λιγνίτη μπορούν να επιμένουν στις παλιές τους καταγγελίες. Όμως η ενεργειακή πραγματικότητα έχει γίνει πολύ πιο σκληρή από την πολιτική τους ρητορική. Το σχέδιο κρίνεται από την παραγωγή, τις τιμές και το αποτέλεσμα. Και σήμερα οι αριθμοί δεν τους δικαιώνουν.