Η απόδοση της ευθύνης για τη φρενήρη άνοδο των καυσίμων αποκλειστικά στην κυβέρνηση Μητσοτάκη συνιστά μια βολική, αλλά εντελώς επιφανειακή ανάγνωση της πραγματικότητας.
Η κριτική είναι θεμιτή, όμως, εν μέσω δύο πολέμων, οφείλει να συνοδεύεται από ψυχραιμία. Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά μέρος μιας πρωτοφανούς ενεργειακής καταιγίδας που σαρώνει ολόκληρη την Ευρώπη λόγω της γεωπολιτικής αστάθειας στη Μέση Ανατολή.
Οι τιμές των καυσίμων ίπτανται κυριολεκτικά σε όλη την Ευρώπη, καταρρίπτοντας το ένα ιστορικό ρεκόρ μετά το άλλο. Στη Γερμανία, η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης αγγίζει τα 2,36 ευρώ ανά λίτρο, ενώ το ντίζελ κίνησης έχει εκτοξευθεί στα 2,43 ευρώ. Αντίστοιχα, στη Γαλλία, το ντίζελ ξεπέρασε το φράγμα των 2,40 ευρώ ανά λίτρο, με τη βενζίνη να διαμορφώνεται στα ίδια περίπου επίπεδα. Την ίδια στιγμή, στη Δανία η βενζίνη κινείται πάνω από τα 2,45 ευρώ, ενώ στην Ολλανδία οι καταναλωτές έρχονται αντιμέτωποι με τιμές που προσεγγίζουν τα 2,70 ευρώ.
Στην Ελλάδα, με την τιμή της βενζίνης να αυξάνεται διαρκώς, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά δύσκολη για τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Είναι όμως σαφές ότι το πρόβλημα είναι δομικό, πανευρωπαϊκό και εισαγόμενο. Η απομόνωση του ελληνικού παραδείγματος για μικροπολιτική σπέκουλα συσκοτίζει τα πραγματικά αίτια της κρίσης αυξάνοντας την πιθανότητα ενός déjà vu με τους «Αγανακτισμένους».