Η πρόσφατη ομιλία του Μπενιαμίν Νετανιάχου στον ΟΗΕ ανέδειξε μια θεμελιώδη αλήθεια της σύγχρονης διπλωματίας: σημασία δεν έχει ποιοι αποχωρούν επιδεικτικά για τις κάμερες, αλλά ποιες χώρες παραμένουν στην αίθουσα, επιβεβαιώνοντας τις ισχυρές, στρατηγικές συμμαχίες τους.
Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η Ελλάδα έχει εδραιώσει τη θέση της ως ένας αξιόπιστος πυλώνας σταθερότητας, αναπτύσσοντας ισχυρούς άξονες συνεργασίας με κράτη-κλειδιά, όπως το Ισραήλ.
Αυτή η δυναμική αποδοχή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αντανακλάται ακόμη και στη στάση της Άγκυρας. Η ρητή παραδοχή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι δεν θεωρεί απειλή τις διεθνείς συμμαχίες που οικοδομεί η Αθήνα αποτελεί την πιο ηχηρή επιβεβαίωση μιας επιτυχούς, πολυδιάστατης διπλωματίας. Η Ελλάδα πλέον δεν ετεροπροσδιορίζεται, ούτε άγεται από τις αναθεωρητικές εξάρσεις των γειτόνων της· αντίθετα, επιβάλλει τη γεωπολιτική παρουσία της χωρίς αισθήματα κατωτερότητας, με αυτοπεποίθηση.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της χώρας, οι «πατριώτες της φακής» επιχειρούν να κατασκευάσουν μια πλαστή, καταστροφολογική εικόνα. Εγκλωβισμένοι σε μια στείρα ρητορική εσωτερικής κατανάλωσης, αδυνατούν –ή αρνούνται ενίοτε και σκοπίμως– να αντιληφθούν το πραγματικό εκτόπισμα της πατρίδας μας. Η σοβαρή εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με κραυγές και απομονωτισμό, αλλά με ισχυρές συμμαχίες, θωράκιση και διεθνή αξιοπιστία. Τα αποτελέσματα στο πεδίο το αποδεικνύουν περίτρανα.