Με αφορμή το καθηλωτικό φινάλε της ισπανικής ταινίας «The Truthers» στο Netflix, βλέπουμε πώς ο σύγχρονος ανορθολογισμός και οι θεωρίες συνωμοσίας εισβάλλουν στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, καθορίζοντας το κοινό μας μέλλον στις κάλπες.
Το ψυχολογικό θρίλερ του 2026, σε σκηνοθεσία Roger Gual, ξεπερνά τα όρια της κινηματογραφικής ψυχαγωγίας και λειτουργεί ως μια τρομακτικά επίκαιρη ανατομία της σύγχρονης κοινωνίας της μετα-αλήθειας. Η πλοκή, η οποία ακολουθεί την εμμονική τροχιά ενός συνταξιούχου που ανακαλύπτει παντού σκοτεινές συνωμοσίες, κορυφώνεται σε ένα φινάλε-γροθιά στο στομάχι, το οποίο αποτυπώνει ανάγλυφα την παθογένεια των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών.
Ηττημένη αλήθεια
Στο κλείσιμο της ταινίας, η αντικειμενική πραγματικότητα αποκαλύπτεται με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο: το παιδί που είχε εξαφανιστεί δεν έπεσε θύμα απαγωγής από μια πανίσχυρη φαρμακευτική εταιρεία για τη διεξαγωγή μυστικών πειραμάτων, όπως διατείνονταν οι φανατικοί «ψεκασμένοι» του Διαδικτύου.
Το παιδί είχε πνιγεί, τραγικά και αναπάντεχα, σε μια κοντινή λίμνη. Κι όμως, η αποκάλυψη των αδιάψευστων στοιχείων δεν αλλάζει απολύτως τίποτα. Στην τελευταία, καθηλωτική σκηνή, οι δρόμοι της Μαδρίτης πλημμυρίζουν από οργισμένους διαδηλωτές.
Ανθρωποι με πανό φωνάζουν οργισμένα κατά του «συστήματος», αρνούμενοι να δεχτούν τα γεγονότα. Η αλήθεια έχει πλέον ηττηθεί ολοκληρωτικά από το αφήγημα· η πραγματικότητα δεν έχει καμία σημασία μπροστά στην ηδονή της επιβεβαίωσης μιας θεωρίας συνωμοσίας.
Η ελληνική εκδοχή
Αυτό το ισπανικό κινηματογραφικό σκηνικό δεν αποτελεί αποκύημα καλλιτεχνικής φαντασίας· αποτελεί την καθημερινότητα της ελληνικής δημόσιας σφαίρας. Η ελληνική κοινωνία ταλαιπωρείται εδώ και χρόνια από αντίστοιχες περιπτώσεις δογματικού παραλογισμού, ο οποίος δεν γεννιέται στο κενό, αλλά τρέφεται συστηματικά από συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης, ψηφιακές πλατφόρμες και πολιτικούς σχηματισμούς που επενδύουν εκλογικά και οικονομικά στον φόβο.
Το πιο κραυγαλέο και πρόσφατο παράδειγμα είναι η παραφιλολογία γύρω από το «ξυλόλιο» και τα δήθεν μυστικά, παράνομα υλικά της εμπορικής αμαξοστοιχίας στην τραγωδία των Τεμπών. Ενώ οι επίσημες χημικές αναλύσεις του Γενικού Χημείου του Κράτους και οι ανεξάρτητοι πραγματογνώμονες ξεκαθάρισαν το επιστημονικό πλαίσιο, ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης –τροφοδοτούμενο από τηλεοπτικούς εμπόρους θεωριών, περιθωριακά έντυπα και κόμματα της λαϊκιστικής αντιπολίτευσης– επιμένει να βλέπει «συγκαλύψεις» με χημικά όπλα.
Η δικαιολογημένη οργή για τις πραγματικές κυβερνητικές ευθύνες μεταλλάχθηκε, μέσω της συνωμοσιολογίας, σε ένα σκοτεινό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Η περίπτωση αυτή δεν είναι η μοναδική, αλλά ο κρίκος μιας μακράς αλυσίδας ανορθολογισμού.
Από τις φωτιές στα εμβόλια
Κάθε καλοκαίρι, πίσω από τις καταστροφικές πυρκαγιές που πλήττουν τη χώρα, οι ίδιοι κύκλοι «ανακαλύπτουν» οργανωμένα σχέδια ξένων πρακτόρων, ασύμμετρες απειλές ή εμπρησμούς προκειμένου να τοποθετηθούν ανεμογεννήτριες, αγνοώντας προκλητικά την κλιματική πραγματικότητα και τις διαχρονικές ελλείψεις του κρατικού μηχανισμού.
Παλαιότερα, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η άρνηση της επιστήμης πήρε τη μορφή σταυροφορίας ενάντια στα εμβόλια και τα «τσιπάκια» ελέγχου. Το πρόβλημα διογκώνεται επικίνδυνα επειδή αυτές οι θεωρίες έχουν πάψει προ πολλού να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης σε περιθωριακά διαδικτυακά φόρουμ.
Εχουν μετεξελιχθεί σε επίσημη πολιτική ατζέντα. Πολιτικοί αρχηγοί που σήμερα κάθονται στα έδρανα του εθνικού και του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου έχτισαν ολόκληρες καριέρες πουλώντας χειρόγραφα επιστολών, υποσχόμενοι σωτηρία από «αόρατες ελίτ» ή αμφισβητώντας ευθέως τα πορίσματα της παγκόσμιας ιατρικής κοινότητας.
Λογική ή σκότος
Οπως ακριβώς συμβαίνει και στο φινάλε του «The Truthers», η επίσημη διάψευση μιας θεωρίας συνωμοσίας δεν οδηγεί στην αποδόμησή της, αλλά στην περαιτέρω γιγάντωσή της. Για τον κλασικό συνωμοσιολόγο, η έλλειψη αποδείξεων αποτελεί την απόλυτη «απόδειξη» ότι η συγκάλυψη έγινε τέλεια.
Αν οι θεσμοί, η Δικαιοσύνη ή οι επιστήμονες αποφανθούν ότι το παιδί πνίγηκε στη λίμνη ή ότι οι θεωρίες για τα χημικά στερούνται βάσης, η απάντηση του όχλου είναι προκατασκευασμένη: «Ολοι τους είναι προδότες, πληρωμένοι και βαθιά χωμένοι στο σύστημα». Αυτός ο εκφυλισμός του δημοσίου διαλόγου κρύβει έναν τεράστιο υπαρξιακό κίνδυνο για τη δημοκρατία μας.
Το πολίτευμά μας βασίζεται στην αρχή της καθολικής ψηφοφορίας, όπου η ψήφος εκείνου που διαδηλώνει στη Μαδρίτη ή στην Αθήνα, πιστεύοντας σε ανύπαρκτες απαγωγές και μυστικά χημικά, έχει την ίδια ακριβώς βαρύτητα με την ψήφο του ορθολογικά σκεπτόμενου πολίτη. Η κάλπη δεν διαθέτει φίλτρο λογικής.
Οταν οι δυνάμεις της μετριοπάθειας και του ορθού λόγου επιλέγουν την αποχή, την ιδιώτευση ή την περιφρονητική αδιαφορία, θεωρώντας αυτούς τους ανθρώπους απλώς «γραφικούς», διαπράττουν ένα μοιραίο, ιστορικό λάθος. Τους παραχωρούν, με την ανοχή τους, το δικαίωμα να αποφασίζουν για το κοινό μέλλον μας.
Η ταινία του Netflix εκπέμπει ένα σαφές σήμα κινδύνου: η σύγχρονη πολιτική μάχη δεν διεξάγεται πλέον ανάμεσα σε διαφορετικές ιδεολογίες, αλλά ανάμεσα στη λογική και το απόλυτο σκοτάδι.
Οταν τα κόμματα και τα μέσα ενημέρωσης κανονικοποιούν τον ανορθολογισμό για μερικές χιλιάδες ψήφους ή μερικά κλικ παραπάνω, υποσκάπτουν τα θεμέλια της ίδιας της κοινωνικής συνοχής. Το αυταπόδεικτο συμπέρασμα είναι ότι αν η οργανωμένη κοινωνία των πολιτών δεν ορθώσει ανάστημα απέναντι στην επέλαση της συνωμοσιολογίας, τότε το μέλλον μας θα συνεχίσει να παραδίδεται σε έναν οργισμένο όχλο, ο οποίος θα διαδηλώνει στους δρόμους αρνούμενος πεισματικά να δει τη λίμνη που βρίσκεται μπροστά στα μάτια του.