Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στην πολιτική συζήτηση δίνει αφορμή για μια νέα, σκληρή σύγκρουση γύρω από το πολιτικό του αποτύπωμα και κυρίως γύρω από το ερώτημα αν μπορεί να παρουσιαστεί ξανά ως φορέας ανανέωσης ή αν κουβαλά ήδη ένα βαρύ ιστορικό φορτίο που δεν επιτρέπει πολιτική επανεκκίνηση.
Υπάρχει μια αντίφαση που οι επικριτές του επισημαίνουν με ιδιαίτερη ένταση: ο ίδιος άνθρωπος που μετά την εκλογική ήττα μίλησε δημόσια για κλείσιμο ιστορικού κύκλου, για φθορά, για συμβιβασμούς, για λάθη και για ανάγκη βαθιάς ανανέωσης, εμφανίζεται σήμερα – κατά την κριτική που του ασκείται – σαν να ζητά εκ νέου ρόλο κεντρικού πρωταγωνιστή χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική πολιτική αυτοκριτική.
Στη δήλωση παραίτησής του πριν από λίγα χρόνια και μετά την συντριβή του από τη Νεα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη αναγνώριζε ότι υπήρξαν δύσκολες αποφάσεις, τραύματα και κόστος. Αναφερόταν στην ανάγκη ενός νέου πολιτικού κύματος και έλεγε ότι παραμερίζει για να περάσει αυτό το νέο κύμα. Για τους πολιτικούς του αντιπάλους, όμως, η σημερινή του παρουσία δημιουργεί το ερώτημα: αν πράγματι έκλεισε ένας κύκλος, γιατί επιχειρείται τώρα η επιστροφή του ίδιου προσώπου ως κεντρικού αφηγήματος;
Η πιο βαριά κριτική προς τον πρώην πρωθυπουργό δεν αφορά την επιστροφή καθαυτή αλλά την αξιοπιστία των πολιτικών του υποσχέσεων. Οι αντίπαλοί του υπενθυμίζουν ότι η πορεία προς την εξουσία χτίστηκε πάνω σε συνθήματα περί μονομερούς κατάργησης μνημονιακών πολιτικών, ριζικής αλλαγής του οικονομικού μοντέλου και σύγκρουσης με τους δανειστές. Στη συνέχεια, όμως, ακολούθησε η συμφωνία του καλοκαιριού του 2015 και η εφαρμογή ενός νέου προγράμματος προσαρμογής – γεγονός που οι επικριτές του χαρακτηρίζουν ως κορυφαία πολιτική διάψευση προσδοκιών.
Σε αυτή την επιχειρηματολογία προστίθενται οι αναφορές στις τράπεζες, στην περίοδο των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, στη φορολογική επιβάρυνση της μεσαίας τάξης, στις περικοπές εισοδημάτων και στις επιπτώσεις που – σύμφωνα με τους επικριτές – βίωσαν συνταξιούχοι, επαγγελματίες και εργαζόμενοι.
Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές του αντιτείνουν ότι η κυβέρνησή του διαχειρίστηκε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, διαπραγματεύτηκε υπό ασφυκτικές πιέσεις και οδήγησε τη χώρα εκτός προγραμμάτων στήριξης, ενώ προβάλλουν και τη Prespa Agreement ως στρατηγική επιλογή.
Η πολιτική σύγκρουση, λοιπόν, δεν αφορά μόνο το πρόσωπο του Τσίπρα. Αφορά δύο τελείως διαφορετικές αφηγήσεις για την ίδια περίοδο: από τη μία όσους βλέπουν έναν ηγέτη που αναγκάστηκε να συμβιβαστεί και από την άλλη όσους βλέπουν έναν πολιτικό που υποσχέθηκε ρήξη και παρέδωσε προσαρμογή.
Το πολιτικό ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν είναι αν έχει δικαίωμα να επιστρέψει – αυτό το κρίνει πάντα η κοινωνία και η κάλπη. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να πείσει ότι η νέα του αφήγηση απαντά πειστικά στα ερωτήματα που άφησε πίσω της η προηγούμενη διακυβέρνηση και αν η κοινωνία θεωρεί ότι ακούει μια νέα πρόταση ή μια επαναδιατύπωση παλαιών υποσχέσεων με νέο περιτύλιγμα.
Ο χρόνος στην πολιτική δεν σβήνει τις δηλώσεις, ούτε διαγράφει τις αποφάσεις. Και η μεγαλύτερη δυσκολία για έναν πολιτικό δεν είναι να επιστρέψει — είναι να επιστρέψει χωρίς να μοιάζει ότι ζητά από την κοινωνία να ξεχάσει. Όταν κάποιος μιλά για αυτοκριτική, ανανέωση και ανάγκη να περάσει το νέο κύμα και λίγο αργότερα επανεμφανίζεται σαν να μην μεσολάβησε τίποτα, τότε το πολιτικό πρόβλημα δεν είναι η φιλοδοξία αλλά η αξιοπιστία. Γιατί η πολιτική δεν είναι επανεκκίνηση υπολογιστή ούτε αλλαγή λογότυπου. Και η κοινωνία, όσο κι αν απογοητεύεται ή θυμώνει, συνήθως θυμάται. Το ερώτημα δεν είναι αν ο Τσίπρας ζητά δεύτερη ευκαιρία· είναι αν μπορεί να πείσει ότι δεν ζητά απλώς να ξεχαστεί η πρώτη.