Η διαβεβαίωση του Μάρκο Ρούμπιο ότι μια ελληνοτουρκική σύγκρουση είναι «αδιανόητη» έχει πολιτικό βάρος.
Οπως και η πρόθεσή του να κινηθεί παρασκηνιακά για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου. Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών επιβεβαιώνει τη σημασία που αποδίδει η Ουάσιγκτον στην Αθήνα. Γεννά, όμως, και ένα συγκεκριμένο ερώτημα: τι σημαίνει αυτή η στήριξη, όταν η Άγκυρα μπορεί να επιδιώκει αποτελέσματα χωρίς να φτάνει στον πόλεμο;
Η αμερικανική παρέμβαση θα κριθεί και από το αν επιτρέπει σε Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία να υλοποιούν τις στρατηγικές τους επιλογές. Η τουρκική πίεση μπορεί να λειτουργεί κάτω από το όριο της στρατιωτικής σύγκρουσης. Αρκούν οι απειλές, η αμφισβήτηση θαλάσσιων δικαιωμάτων και η απαίτηση προηγούμενου… «συντονισμού» για να δημιουργηθεί αβεβαιότητα γύρω από ένα έργο.
Η αβεβαιότητα αυξάνει το κόστος, δυσκολεύει τη χρηματοδότηση και αποθαρρύνει επενδυτές. Οταν η υλοποίηση αναβάλλεται διαρκώς, η χώρα που απειλεί αποκτά επιρροή στις αποφάσεις των άλλων. Χωρίς να χρειαστεί να πυροβολήσει, μπορεί να επιβάλει μια πραγματικότητα στην οποία κάθε νέα πρωτοβουλία προϋποθέτει την ανοχή της. Αυτός είναι ο κίνδυνος της κανονικοποίησης του εκβιασμού.
Αυτό προϋποθέτει ότι ο κίνδυνος μιας κρίσης θα αντιμετωπίζεται στην πηγή του, δηλαδή στην προσπάθεια να επιβληθούν μονομερείς αξιώσεις. Διαφορετικά, η διαχείριση της έντασης κινδυνεύει να μετατραπεί σε διαχείριση των περιορισμών που επιβάλλει η Αγκυρα.
Η ηλεκτρική διασύνδεση ως δοκιμασία
Η ηλεκτρική διασύνδεση προσφέρει μια συγκεκριμένη δοκιμασία. Η τουρκική απαίτηση για προηγούμενο συντονισμό σε περιοχές που η Άγκυρα διεκδικεί ως δική της υφαλοκρηπίδα θέτει το ζήτημα των όρων υλοποίησης.
Η Αθήνα οφείλει να αποκλείσει τη μετατροπή μιας διαδικασίας ενημέρωσης σε μηχανισμό πολιτικής έγκρισης. Αν για να προχωρήσει το καλώδιο χρειάζεται κάθε φορά διαπραγμάτευση υπό απειλή, δημιουργείται προηγούμενο που μπορεί να επεκταθεί σε άλλα έργα. Βεβαίως, οι οικονομικές και τεχνικές εκκρεμότητες απαιτούν αυτοτελείς λύσεις. Η αντιμετώπισή τους, όμως, δεν νομιμοποιεί ένα πρόσθετο τουρκικό δικαίωμα βέτο.
Η Ουάσιγκτον έχει λόγους να αποφύγει μια κρίση ανάμεσα σε δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, αναγνωρίζει τη σημασία της ενεργειακής διαφοροποίησης και του ελληνικού ρόλου στην περιφερειακή ασφάλεια. Αυτά τα συμφέροντα μπορούν να στηρίξουν ουσιαστική διπλωματική δράση. Χρειάζεται, όμως, σαφής προσανατολισμός: αυτός της αποκλιμάκωσης που θα διευκολύνει την υλοποίηση των έργων.
Εάν η διατήρηση της ηρεμίας εξαρτάται από την αναστολή των έργων, η πίεση ανταμείβεται. Και τότε ο αναθεωρητισμός αποκτά κίνητρο να επαναλάβει την ίδια μέθοδο, γνωρίζοντας ότι η απειλή αρκεί για να εξασφαλίσει μια θέση στο τραπέζι.
Για την Ελλάδα, η αναβαθμισμένη σχέση με τις ΗΠΑ δημιουργεί δυνατότητες και απαιτεί ενεργή αξιοποίησή τους. Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη και ο Κάθετος Διάδρομος αναδεικνύουν την ελληνική συμβολή σε αμερικανικές στρατηγικές προτεραιότητες. Η Αθήνα έχει, επομένως, επιχειρήματα για να ζητήσει συνέπεια ανάμεσα στις δηλώσεις στήριξης και στις διπλωματικές ενέργειες.
Χρειάζεται επίσης συντονισμό με την Κύπρο, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τους ενδιαφερόμενους εταίρους, ώστε τα έργα να αποκτούν ευρύτερη πολιτική προστασία. Η εθνική αποτροπή ενισχύει αυτή την προσπάθεια, περιορίζοντας τα περιθώρια όσων θεωρούν την απειλή φθηνό και αποτελεσματικό εργαλείο.
Η παρασκηνιακή διπλωματία που προκρίνει ο Ρούμπιο μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη. Η επιτυχία της θα φανεί στις εργασίες που προχωρούν, στις δεσμεύσεις που τηρούνται και στην απουσία νέων πολιτικών όρων που επιβάλλονται μέσω απειλών.
Αυτή είναι και η ουσιαστική δοκιμασία της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας-ΗΠΑ. Οι σύμμαχοι αποκτούν αξιοπιστία όταν βοηθούν να περιορίζεται η αποτελεσματικότητα ενός ωμού εκβιασμού. Η Αθήνα οφείλει να επιδιώξει ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα, με σχέδιο, επιμονή και σαφείς στόχους. Η αξία μιας στρατηγικής συμμαχίας φαίνεται όταν η απειλή παύει να καθορίζει τις αποφάσεις σου.