Μπορεί ο πρωθυπουργός να μην είχε τη γενναιότητα να συγχαρεί τον πολιτικό του αντίπαλο για τη νίκη, αλλά και το πολιτικό σθένος να αποδεχθεί το βαθύτερο νόημα της ψήφου, αλλά είναι προφανές ότι το βράδυ της Κυριακής συνέβη κάτι πολύ πιο σημαντικό από μια ήττα. Η πρώτη αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ, εν προκειμένω των κυβερνητικών στελεχών και του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι δεν κατάλαβαν τι ακριβώς συνέβη.

Του Χάρη Παυλίδη
Και αφού δεν κατάλαβαν, είναι απολύτως αντιληπτό γιατί ο πρωθυπουργός δεν είχε τη στοιχειώδη ευγένεια να επικοινωνήσει με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης για να τον συγχαρεί. Όπως αντίστοιχα αν τα παρευλάνοντα στα τηλεοπτικά πάνελς κυβερνητικά στελέχη είχαν επίγνωση του αποτελέσματος, τουλάχιστον θα φρόντιζαν να κρατήσουν τα προσχήματα. Το γιατί ο πρωθυπουργός δεν έπραξε το αυτονόητο, και τα στελέχη του αρνήθηκαν να δουν την πραγματικότητα, δείχνει γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ αποδοκιμάστηκε από το εκλογικό σώμα. Γιατί κυβέρνησε με αυταρχισμό και αλαζονεία, μέχρι σημείου πολλές φορές οι τακτικές και οι μεθοδεύσεις στην άσκηση πολιτικής να αποπνέουν φασίζουσα νοοοτροπία.

Ο μήνας για τον Αλέξη Τσίπρα και το ΣΥΡΙΖΑ… έχει 9, και για τη Δημοκρατία έχει 9,5%. Και όσο αυτό δεν το αντιλαμβάνονται στην απερχόμενη κυβέρνηση, όσο δηλαδή δεν έχουν συνείδηση της ιστορικής ανατροπής που συντελέστηκε στις 26 Μαΐου, τόσο το νόημα της ψήφου θα αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στα κομματικά όργανα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν θα έχει καμία σημασία για τη κοινωνία. Και το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ συζητά αυτό που συνέβη στους τέσσερις τοίχους της Κουμουνδούρου, αποτελεί ένα μικρό δείγμα της κυριαρχούσας αντίληψης στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς, γύρω από τι είναι «προοδευτικό» και τι «συντηρητικό». Αλλά το θέμα δεν είναι γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη βαριά ήττα. Την πρώτη μετά από μια μακρά περίοδο διακυβέρνησης, και μιας περιόδου ποδηγέτησης της κοινής γνώμης όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στην αντιπολίτευση. Το θέμα είναι γιατί επέστρεψε ο κόσμος στη Νέα Δημοκρατία. Και μάλιστα με ποσοστά που σχεδόν ήταν… ξεχασμένα για τον κόσμο της.

Το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία υπερέβη τις δημοσκοπικές προβλέψεις, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οφείλεται κατά κύριο λόγο σε χαρακτηριστικά που ανέδειξε ως αρχηγός της αντιπολίτευσης, εκ διαμέτρου αντίθετα με εκείνα του αντιπάλου του. Εμφανίστηκε ως εκφραστής μιας ρεαλιστικής επανάστασης μέσα στο ίδιο του το κόμμα, παρά τις αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν, και αφού αντέστρεψε σταδιακά το αρνητικό κλίμα στη κοινωνία για τη Νέα Δημοκρατία, στη συνέχεια έθεσε το διακύβευμα με πρόσημο την εθνική προσπάθεια. Προτάσσοντας την πολιτική αλλαγή όχι απλά ως σύνθημα προς εκλογική χρήση, αλλά ως πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία μιας νέας ιδέας για τη χώρα, κατάφερε να κινήσει το ενδιαφέρον ηλικιακών ομάδων που παραδοσιακά δεν ανήκουν στον πολιτικό του χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι νέοι ψηφοφόροι, στους οποίους η Νέα Δημοκρατία αναδείχθηκε πρώτο κόμμα.

Τώρα, μπορεί ο μήνας να έχει… 9,5% για την ανανεωμένη σε ιδέες και στελέχη Νέα Δημοκρατία, αλλά ο στόχος είναι πολύ μεγαλύτερος για έναν πολιτικό που ξεκίνησε από αουτσάϊντερ για να φθάσει σε μια τριετία να θεωρείται φαβορί για την πρωθυπουργία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξανάδωσε το κουράγιο σε μια παράταξη που αντιμετώπιζε με ηττοπάθεια τον Αλέξη Τσίπρα, και απέδειξε ότι περιθωριοποιώντας την ακροδεξιά και διερύνοντας τα όρια της προς το κέντρο, απεκδύεται του στερεοτύπου «συντηρητικός», τον οποίο η Αριστερά χρησιμοποιεί ώστε να αποσπάσει τις δυνάμεις του κέντρου από τον φυσικό τους πολιτικό χώρο.
Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, μιλώντας στους τομεάρχες του κόμματός του, έδωσε το στίγμα του στον δρόμο προς τις εθνικές εκλογές. Κυρίως, όμως, έδειξε ότι η πολιτική αλλαγή για να εδραιωθεί στη συνείδηση της κοινής γνώμης και να αποκτήσει ιδεολογικά χαρακτηριστικά, απαιτεί δείγμα γραφής. Γι αυτό όπως είπε: «Ο λόγος μας πρέπει να είναι μετριοπαθής. Δεν θα μπούμε στον πειρασμό της παροχολογίας, δε θα πλειοδοτήσουμε σε παροχές, δε θα αλλάξουμε στρατηγική, θα παραμείνουμε υπεύθυνοι και μετριοπαθείς έναντι των πολιτών. Οι πολίτες μας εμπιστεύτηκαν όχι μόνο για τις βασικές μας δεσμεύσεις, μειώσεις φόρων, πολλές καλές δουλειές και ασφάλεια για όλους αλλά και για ένα άλλο ήθος και ύφος εξουσίας. Ακόμα και αν έχουμε αυτοδυναμία θα επιδιώξουμε ευρύτερες κοινοβουλευτικές και πολιτικές συναινέσεις».
Με τη τελευταία φράση, στο «ακόμα κι αν έχουμε αυτοδυναμία θα επιδιώξουμε ευρύτερες κοινοβουλευτικές και πολιτικές συναινέσεις», ο Κυριάκος Μητσοτάκης βάζει τα θεμέλια ώστε με την επιστροφή της χώρας στη δημοκρατική κανονικότητα να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ένα νέο πλειοψηφικό ρεύμα που θα κεφαλαιοποιήσει πολιτικά την ιστορική ανατροπή της 26ης Μαΐου.