Όταν οι χριστιανικές πομπές του Πάσχα ακυρώνονται στη Συρία όχι από επιλογή αλλά από φόβο, τότε δεν έχουμε μια συγκυριακή προσαρμογή.

Έχουμε ένα σήμα κινδύνου: Η Συρία δεν αλλάζει απλώς καθεστώς, αλλάζει χαρακτήρα.

Από ένα αυταρχικό αλλά συγκροτημένο κράτος μετατρέπεται σε ένα κατακερματισμένο πεδίο ισχύος, όπου τον τόνο δεν δίνουν θεσμοί αλλά οι ισλαμιστικές ένοπλες ομάδες. Και όπου δεν υπάρχουν θεσμοί, η παρακρατική ισχύς επιβάλλει αιματηρούς κανόνες, όχι το δίκαιο.

Η απόφαση του πατριαρχείου της Αντιόχειας, της Συρορθόδοξης και της Μελχιτικής Εκκλησίας να περιορίσουν τις τελετές εντός των ναών δεν είναι απλώς μέτρο ασφαλείας. Είναι έμμεση παραδοχή ότι το κράτος δεν μπορεί –ή δεν θέλει– να προστατεύσει τους πολίτες του.

Και όπου το κράτος αποσύρεται, εμφανίζονται οι νέοι «ρυθμιστές», όπως η Hayat Tahrir al-Sham (HTS) στην Ιντλίμπ και οι τουρκόφιλες ένοπλες τζιχαντιστικές ομάδες στον Βορρά, το νέο στάτους κβο διαμορφώνεται –και συχνά επιβάλλεται– με τη βία.

Και εδώ εισέρχεται η κρίσιμη γεωπολιτική διάσταση που η Δύση αποφεύγει να δει κατάματα. Οι περιοχές της Βόρειας Συρίας που βρίσκονται υπό την άμεση ή έμμεση επιρροή της Τουρκίας δεν αποτελούν απλώς «ζώνες ασφαλείας». Αποτελούν ζώνες επιρροής, όπου η Άγκυρα επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο δημογραφικό και ιδεολογικό τοπίο, αξιοποιώντας ισλαμιστικές ομάδες ως εργαλείο ελέγχου.

Η συστηματική πίεση προς μη σουνιτικές κοινότητες (Χριστιανούς, Κούρδους, Δρούζους) δεν είναι τυχαία. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική ελέγχου εδάφους μέσω πληθυσμιακής αναδιάταξης.

Τα γεγονότα στην Αλ Σουκαϊλαμπίγια δεν ήταν ένα τοπικό επεισόδιο. Ήταν επίδειξη ισλαμιστικής ισχύος. Οργανωμένες ομάδες ενόπλων επιτέθηκαν στη χριστιανική πόλη, προκάλεσαν καταστροφές και έστειλαν ένα σαφές μήνυμα ότι οι μειονότητες δεν θεωρούνται πλέον δεδομένο στοιχείο της κοινωνίας της Συρίας, αλλά ένας αδύναμος κρίκος που μπορεί να πιεστεί, να εκφοβιστεί και εν τέλει να εκτοπιστεί.

Όμως η πραγματική διάσταση του προβλήματος αποτυπώνεται στους αριθμούς. Πριν από την έναρξη του πολέμου, το 2011, οι χριστιανοί της Συρίας υπολογίζονταν σε 1,2 με 1,5 εκατομμύρια, δηλαδή περίπου το 8%-10% του πληθυσμού. Σήμερα, πιστεύεται ότι έχουν απομείνει λιγότεροι από 300.000. Σε ορισμένες εκτιμήσεις, ο αριθμός πέφτει ακόμη χαμηλότερα. Δηλαδή, μέσα σε μία δεκαπενταετία, η Συρία έχασε πάνω από τα δύο τρίτα του χριστιανικού της πληθυσμού.

Πρόκειται για ιστορική ανατροπή, καθώς κοινότητες που επέζησαν επί 2.000 χρόνια, από την εποχή των πρώτων αποστόλων, κινδυνεύουν να εξαφανιστούν μέσα σε μόλις 15 χρόνια.

Δεν πρόκειται για παράπλευρη απώλεια ενός πολέμου... Πρόκειται για σταδιακή εκκαθάριση της παρουσίας των χριστιανών, καθώς αυτοί βρίσκονται διαρκώς μεταξύ απειλής, εκφοβισμού και ανασφάλειας είτε από τζιχαντιστικές οργανώσεις είτε από πιο «θεσμοποιημένες» ισλαμιστικές δυνάμεις που επιχειρούν να αποκτήσουν διεθνή νομιμοποίηση.

Και εδώ βρίσκεται η πιο επικίνδυνη αυταπάτη της Δύσης. Η ιδέα ότι η μετά Άσαντ Συρία μπορεί να εξελιχθεί αυτόματα σε ένα πιο πλουραλιστικό και δημοκρατικό καθεστώς αγνοεί την πραγματικότητα στο πεδίο ή επιλέγει να την αγνοήσει, όταν αυτή δεν εξυπηρετεί τα γεωπολιτικά της αφηγήματα. Σήμερα, η εξουσία δεν ασκείται από θεσμούς, αλλά από εκείνους που ελέγχουν την παρακρατική ισχύ. Και η ισχύς αυτή έχει σαφές ιδεολογικό και θρησκευτικό πρόσημο.

Η απουσία ουσιαστικής αντίδρασης από τις αρχές μετά τις επιθέσεις δεν είναι απλώς ένδειξη αδυναμίας. Σε τέτοιες συνθήκες, η αδράνεια λειτουργεί ως έμμεση νομιμοποίηση για τους θύτες. Όταν οι δράστες δεν τιμωρούνται, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι τέτοιες ενέργειες είναι ανεκτές, αν όχι χρήσιμες.

Για την Ελλάδα και τον ευρύτερο ορθόδοξο κόσμο, η εξέλιξη αυτή δεν είναι μακρινή. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη γεωπολιτική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου. Η Τουρκία, αξιοποιώντας το κενό εξουσίας στη Συρία, δεν επεκτείνει απλώς την επιρροή της. Διαμορφώνει νέες γεωπολιτικές συνθήκες, οι οποίες μεσοπρόθεσμα επηρεάζουν άμεσα και τα ελληνικά γεωπολιτικά συμφέροντα.

Η συρρίκνωση του χριστιανικού στοιχείου δεν είναι απλώς μια θρησκευτική αριθμητική αλλαγή, είναι μια γεωπολιτική μεταβολή. Κάθε κοινότητα που εξαφανίζεται αφήνει πίσω της ένα κενό και τα κενά στη Μέση Ανατολή δεν παραμένουν ποτέ.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν φέτος το Πάσχα θα εορταστεί χωρίς πομπές στη Συρία. Το ερώτημα είναι αν αυτή η «σιωπή» είναι προσωρινή ή προαναγγέλλει κάτι βαθύτερο.

Γιατί όταν μια κοινότητα παύει να εμφανίζεται στον δημόσιο χώρο, δεν υποχωρεί απλώς. Εξαφανίζεται. Και όταν εξαφανιστεί, δεν επιστρέφει, αντικαθίσταται!