Η απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομικών της Ε.Ε. στις 9 Οκτωβρίου να εγκρίνει την επέκταση της εθνικής ρήτρας διαφυγής στις ενεργειακές επενδύσεις δίνει στην Ελλάδα ένα σημαντικό δημοσιονομικό εργαλείο σε περίοδο έντονων διεθνών αναταράξεων. Την ίδια στιγμή, η διαπραγμάτευση για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028-2034 εισέρχεται στην πιο απαιτητική φάση της, με αντικρουόμενες προτεραιότητες και πιέσεις για περικοπές.
Η ενεργειακή ρήτρα προέκυψε από τη δυνατότητα που άνοιξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Ιούνιο, επεκτείνοντας την ευελιξία που είχε θεσπιστεί για τις αμυντικές δαπάνες. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, μέσω του υπουργού Εθνικής Οικονομίας Κυριάκου Πιερρακάκη, κατέθεσε τον Αύγουστο τεκμηριωμένο αίτημα, έλαβε θετική εισήγηση της Επιτροπής τον Σεπτέμβριο και εξασφάλισε την ευρωπαϊκή έγκριση. Το ελληνικό αίτημα απέκτησε έτσι πρακτικό αποτέλεσμα, αντί να παραμείνει μια γενική πολιτική διεκδίκηση.
Δημοσιονομικός χώρος με συγκεκριμένο σκοπό
Η απόφαση επιτρέπει πρόσθετες επιλέξιμες επενδύσεις έως 0,3% του ΑΕΠ ετησίως και 0,6% σωρευτικά για την περίοδο 2026-2028, πέρα από τα συμφωνημένα όρια αύξησης των καθαρών δημόσιων δαπανών. Πρόκειται για έργα άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, που θα χρηματοδοτηθούν από εθνικούς πόρους. Συνεπώς, η ρήτρα δεν αποτελεί νέο ευρωπαϊκό κονδύλι ούτε απαλλάσσει τον προϋπολογισμό από το πραγματικό κόστος.
Οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις περιλαμβάνουν αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, αντλίες θερμότητας, ενεργειακές αναβαθμίσεις δημόσιων κτιρίων και σχολείων, καθώς και επενδύσεις στις μεταφορές. Ενδεικτικά, προβλέπονται 200 εκατ. ευρώ για συστήματα συσσωρευτών και άλλα 200 εκατ. για αντλίες θερμότητας και ηλιακούς θερμοσίφωνες. Η οικονομική τους σημασία βρίσκεται στη δυνατότητα περιορισμού της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα και στη συγκράτηση του κόστους μακροπρόθεσμα. Οι μειώσεις στους λογαριασμούς, ωστόσο, θα εξαρτηθούν από την ταχύτητα υλοποίησης και τη λειτουργία της αγοράς.
Είναι επίσης κρίσιμο ότι η εξαίρεση αφορά επενδύσεις και όχι γενικευμένες επιδοτήσεις απέναντι στην ακρίβεια. Η δημοσιονομική ευελιξία έχει όρια, στοιχείο που υποχρεώνει σε επιλογή έργων με ουσιαστική απόδοση. Η πολιτική αξία της συμφωνίας, επομένως, θα μετρηθεί από τη δυνατότητα να μετατραπεί σε μετρήσιμες αλλαγές στην ελληνική οικονομία.
Το μεγάλο στοίχημα του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού
Στο μέτωπο του νέου κοινοτικού προϋπολογισμού, η ιρλανδική προεδρία πρότεινε στις 10 Οκτωβρίου μείωση περίπου 8% σε σχέση με το αρχικό σχέδιο της Επιτροπής, περιορίζοντας το προτεινόμενο ύψος του στα 1,62 τρισ. ευρώ. Οι πιέσεις για περισσότερους πόρους στην άμυνα και στην ανταγωνιστικότητα συγκρούονται με την ανάγκη διατήρησης ισχυρών ενισχύσεων στη γεωργία και στις περιφέρειες. Η νέα πρόταση παραμένει αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν συνιστά οριστική συμφωνία.
Για την Ελλάδα, το διακύβευμα αφορά τη χρηματοδότηση της επόμενης ημέρας μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Η κυβέρνηση, με τον Κωστή Χατζηδάκη στον συντονισμό της διαπραγμάτευσης, επιδιώκει να προστατεύσει την Πολιτική Συνοχής και την Κοινή Αγροτική Πολιτική, διεκδικώντας παράλληλα συμμετοχή στα νέα επενδυτικά εργαλεία. Η αρχική πρόταση της Επιτροπής προβλέπει για τη χώρα περίπου 49 δισ. ευρώ, ποσό που δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.
Η έγκριση της ενεργειακής ρήτρας αποτυπώνει το αποτέλεσμα μιας στοχευμένης ελληνικής παρέμβασης. Στον επταετή προϋπολογισμό, όμως, οι αποφάσεις εκκρεμούν. Εκεί θα κριθεί πόσοι πόροι θα στηρίξουν πραγματικά την ανάπτυξη, την περιφέρεια και την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.