Η στάση ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ. απέναντι στη νέα εισαγγελική απόφαση για την αρχειοθέτηση της υπόθεσης των παρακολουθήσεων αποκαλύπτει μια ανησυχητική αντίληψη: Πως οι θεσμοί αποκτούν αξιοπιστία όταν επιβεβαιώνουν τις πολιτικές προσδοκίες αυτών που τους επικαλούνται.
Η απόφαση που χάλασε το πολιτικό αφήγημα
Υπάρχει μια λεπτομέρεια στη δημόσια συζήτηση για τις παρακολουθήσεις που τείνει να χάνεται μέσα στην ένταση των κομματικών ανακοινώσεων. Η Δικαιοσύνη έχει ήδη εξετάσει την υπόθεση και ο αρμόδιος εισαγγελικός λειτουργός έκρινε, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του, ότι δεν προκύπτουν λόγοι για την ανάσυρσή της από το αρχείο.
Η απόφαση μπορεί να προκαλεί αντιδράσεις. Μπορεί να θεωρείται λανθασμένη, ανεπαρκώς αιτιολογημένη ή ακόμη και εσφαλμένη ως προς την αξιολόγηση συγκεκριμένων στοιχείων. Όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο σοβαρής νομικής και πολιτικής κριτικής. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η δημοκρατική αντιπαράθεση.
Το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα επιλέγουν, ωστόσο, μια διαφορετική διαδρομή. Οι πολιτικές τους αντιδράσεις κινούνται προς την αμφισβήτηση της ίδιας της θεσμικής αξιοπιστίας της απόφασης και του προσώπου που την εξέδωσε. Η διαφωνία με το αποτέλεσμα μετατρέπεται έτσι σε υπόνοια για τα κίνητρα εκείνου που το παρήγαγε.
Πρόκειται για μια βολική πολιτική μέθοδο. Απαλλάσσει από την ανάγκη να απαντηθεί το πραγματικό ερώτημα, δηλαδή ποιο ακριβώς σημείο της εισαγγελικής κρίσης είναι νομικά ή πραγματικά εσφαλμένο. Είναι πολύ ευκολότερο να καταγγέλλεται μια απόφαση ως μέρος μιας ευρύτερης μεθόδευσης από το να αποδομείται το σκεπτικό της με συγκεκριμένα επιχειρήματα.
Μόνο που έτσι η συζήτηση παύει να αφορά τη Δικαιοσύνη και αρχίζει να αφορά την πολιτική αξιοποίηση και τη χειραγώγησή της.
Ο θεσμικός σεβασμός χρειάζεται συνέπεια
Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή αφορά κόμματα που διεκδικούν κυβερνητικό ρόλο. Το ΠΑΣΟΚ θέλει να εμφανίζεται ως δύναμη θεσμικής υπευθυνότητας, ενώ η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να συγκροτήσει μια νέα πολιτική ταυτότητα, στην οποία η υπεράσπιση του κράτους δικαίου κατέχει κεντρική θέση. Αυτή η φιλοδοξία απαιτεί μια στοιχειώδη συνέπεια.
Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να αποτελεί αξία που επιβεβαιώνεται από το αποτέλεσμα κάθε φορά. Η δικαστική απόφαση που μας ικανοποιεί δεν χρειάζεται περισσότερη θεσμική νομιμοποίηση από εκείνη που μας ενοχλεί. Και ο δικαστικός λειτουργός που σήμερα κρίνει διαφορετικά από τις πολιτικές μας θέσεις δεν μετατρέπεται, εξ αυτού του λόγου, σε ύποπτο κρίκο κάποιου τάχα σκοτεινού μηχανισμού.
Αν ο κ. Ανδρουλάκης ή ο κ. Τσίπρας θεωρούν ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκανε λάθος, ας βγουν να το εξηγήσουν με ακρίβεια και επιχειρήματα. Αν θεωρούν ότι αγνοήθηκαν κρίσιμα στοιχεία, ας τα παρουσιάσουν. Αν πιστεύουν ότι η απόφαση παραβιάζει τη νομοθεσία, ας τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό τους. Η δημοκρατία διαθέτει τις κατάλληλες θεσμικές διαδικασίες για όλα αυτά.
Η διαρκής πολιτική υποψία απέναντι στη Δικαιοσύνη, κάθε φορά που μια απόφασή της δεν συμβαδίζει με το επιθυμητό αποτέλεσμα, παράγει μια πολύ επικίνδυνη συνέπεια, καθώς στέλνει στους πολίτες το μήνυμα ότι οι θεσμοί λειτουργούν αξιόπιστα μόνο όταν επιβεβαιώνουν τη δική μας εκδοχή της πραγματικότητας. Αυτό δεν αποτελεί υπεράσπιση του κράτους δικαίου, αλλά υπαγωγή της θεσμικής εμπιστοσύνης στην πολιτική σκοπιμότητα.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο παράδοξο. Όσοι σήμερα απαξιώνουν τη δικαστική κρίση επειδή τους δυσαρεστεί, αύριο μπορεί να ζητούν από τους ίδιους θεσμούς να προστατεύσουν τη δημοκρατία απέναντι στους πολιτικούς τους αντιπάλους. Η Δικαιοσύνη, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες ανάλογα με το ποιος βρίσκεται απέναντί της. Αυτό ακριβώς σημαίνει ανεξαρτησία. Και αυτό ακριβώς οφείλουν να θυμούνται όσοι διεκδικούν την ψήφο των πολιτών στο όνομα των θεσμών.