Οι τελευταίες εξελίξεις στην Τουρκία δεν αποτελούν μια ακόμη εσωτερική πολιτική κρίση. Συνιστούν ένα σοβαρό τεστ για τη δημοκρατία στη χώρα, αλλά και ένα τεστ αξιοπιστίας για τη Δύση.
Και, μέχρι στιγμής, η Δύση αποτυγχάνει παταγωδώς.
Η δικαστική απόφαση που ακυρώνει το συνέδριο του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), καθαιρεί τον Οζγκιούρ Οζέλ και ουσιαστικά επαναφέρει διά της δικαστικής οδού τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου στην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης, προκάλεσε πολιτικό σεισμό στην Τουρκία.
Οι εικόνες αστυνομικών δυνάμεων έξω από τα γραφεία του CHP, οι καταγγελίες περί δικαστικού πραξικοπήματος και η χρήση βίας εναντίον υποστηρικτών της αντιπολίτευσης δεν παραπέμπουν σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία που υποτίθεται ότι εξακολουθεί να διαπραγματεύεται ειδικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό όμως δεν είναι μόνο τι συμβαίνει στην Τουρκία. Είναι το πώς αντιδρά –ή μάλλον πώς δεν αντιδρά– η Δύση.
Οι Βρυξέλλες περιορίστηκαν σε χλιαρές αναφορές περί «ανησυχίας για το κράτος δικαίου», ενώ από την Ουάσιγκτον δεν υπήρξε ουσιαστικά καμία σοβαρή πολιτική πίεση. Την ώρα που σε άλλες περιπτώσεις η Ευρώπη και οι ΗΠΑ υψώνουν τη σημαία της δημοκρατίας, στην περίπτωση της Τουρκίας επικρατεί ένας σχεδόν εκκωφαντικός πραγματισμός.
Ο λόγος είναι προφανής. Η Τουρκία αντιμετωπίζεται πλέον όχι ως δημοκρατικός εταίρος αλλά ως γεωπολιτικό εργαλείο «υψηλής χρησιμότητας». Η γεωγραφική της θέση, ο ρόλος της στο ΝΑΤΟ, ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών, η εμπλοκή της στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή και στον Καύκασο οδηγούν τη Δύση σε μια πολιτική ανοχής απέναντι στον αυταρχισμό του Ερντογάν.
Με άλλα λόγια, η Δύση μοιάζει να αποδέχεται σιωπηρά ότι η Τουρκία μπορεί να παραμένει «χρήσιμη», ακόμη κι αν πάψει να είναι πραγματική δημοκρατία.
Αυτό όμως δημιουργεί ένα βαθύ στρατηγικό και ηθικό παράδοξο.
Πώς μπορεί η Ευρώπη να μιλά για κράτος δικαίου απέναντι στη Ρωσία ή σε άλλες αυταρχικές δυνάμεις, όταν αποφεύγει να συγκρουστεί με μια χώρα στην οποία η δικαιοσύνη χρησιμοποιείται ολοένα και πιο εμφανώς ως πολιτικό εργαλείο; Πώς μπορεί η Δύση να εμφανίζεται ως υπερασπιστής των δημοκρατικών θεσμών, όταν αποδέχεται σιωπηρά παρεμβάσεις ακόμη και στη λειτουργία του μεγαλύτερου κόμματος της τουρκικής αντιπολίτευσης;
Η υπόθεση αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία επειδή το CHP δεν είναι ένα περιθωριακό κόμμα. Είναι το κόμμα του Κεμάλ Ατατούρκ, ο ιστορικός πυλώνας του κοσμικού τουρκικού κράτους και η πολιτική δύναμη που κατάφερε να κερδίσει τις μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές στις δημοτικές εκλογές του 2024. Η αποδυνάμωση ή ο έλεγχός του δεν αφορά μόνο την εσωτερική πολιτική ισορροπία της Τουρκίας. Αφορά το μέλλον της ίδιας της τουρκικής δημοκρατίας.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο: η Δύση δείχνει να έχει εγκαταλείψει την ιδέα μιας πραγματικά δημοκρατικής Τουρκίας και να επενδύει πλέον αποκλειστικά στη διαχείριση μιας «ελεγχόμενης αυταρχικής σταθερότητας».
Πρόκειται για μια επιλογή βραχυπρόθεσμου γεωπολιτικού κυνισμού που ενδέχεται να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνη μακροπρόθεσμα. Διότι όταν οι δυτικές δημοκρατίες αποδέχονται αυταρχικές εκτροπές στο όνομα της γεωπολιτικής σκοπιμότητας, τότε δεν αποδυναμώνουν μόνο τις αξίες τους. Αποδυναμώνουν και τη στρατηγική αξιοπιστία τους.
Η Τουρκία του Ερντογάν δεν μετατρέπεται απλώς σε ένα πιο αυταρχικό κράτος. Μετατρέπεται σταδιακά σε ένα καθεστώς όπου η πολιτική επιβίωση της εξουσίας περνά μέσα από τον έλεγχο της δικαιοσύνης, των θεσμών, των ΜΜΕ και πλέον – όπως φαίνεται– ακόμη και της ίδιας της αντιπολίτευσης.
Και η σιωπή της Δύσης απέναντι σε αυτή τη μετάβαση ίσως αποδειχθεί ιστορικά πολύ πιο ηχηρή από οποιαδήποτε επίσημη δήλωση.